Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014

Σπάνια ιστορικά δοκίμια - Ηράκλειος (1γ)

Η'. — Η πέμπτη εκστρατεία του Ηρακλείου (626).
Μετά την νέαν νίκην του Ηρακλείου οι Πέρσαι εξεκένωσαν πάλιν τας χώρας της Μικράς Ασίας. Κατά τον χειμώνα του 625 — 626 δεν υπήρχε σχεδόν στρατός Περσικός εις τας ευρυτάτας Ασιατικάς επαρχίας του κράτους, εκτός ολίγων αποσπασμάτων εις Αίγυπτον και Συρίαν και Μεσοποταμίαν. Αλλ' ο Ηράκλειος δεν ηδύνατο να θεωρήση τον πόλεμον περατωθέντα, ενόσω ο Χοσρόης δεν εζήτει ειρήνην. Εκείνος όμως επέμεινεν εις την εξακολούθησιν του πολέμου και μετά την καταστροφήν τόσων στρατιών. Μετά την είδησιν δε της τελευταίας παρά τον Σάρον ήττης εξεμάνη και εσύλησεν όλας τας εις Περσίαν Χριστιανικάς εκκλησίας, παρεσκεύαζε δε νέαν εκστρατείαν στρατολόγων και ξένους και Πέρσας και δούλους. Επέμενε και μετά τόσας ήττας και αποτυχίας εις τον σκοπόν του να καταλύση το Ελληνορωμαϊκόν κράτος ή τουλάχιστον να προσαρτήση εις το Περσικόν κράτος όλας τας Ασιατικάς του επαρχίας. Και πώς ήτο δυνατόν ο Χοσρόης να εγκαταλείψη ευκόλως το σχέδιον τούτο, αφού προ μικρού ακόμη οι στρατοί του κατείχαν όλας τας χώρας από Αρμενίας και Μεσοποταμίας μέχρι Βοσπόρου και Παλαιστίνης, Αιγύπτου και Κυρηναϊκής;
Διά να εννοήσωμεν πώς ο Χοσρόης δεν απηλπίσθη μετά την καταστροφήν πέντε ολοκλήρων Περσικών στρατιών από την αρχήν της εκστρατείας του Ηρακλείου, αρκεί να αναμνησθώμεν ότι εξουσίαζε τας απεράντους και πλουσιωτάτας χώρας της Ασίας από του Τίγρητος μέχρι του Ινδού ποταμού. Η Μηδία, η Περσία, το σημερινόν Αφγανιστάν, η Βουχάρα, η Χίβα απετέλουν το κράτος του. Και δεν ήσαν τότε όπως τώρα, μετά τοσαύτας επιδρομάς βαρβάρων, αλλ' ήσαν χώραι ευδαίμονες, όπως επί του Αλεξάνδρου και επί των αρχαίων βασιλέων της Περσίας. Εκ των μεγάλων επιδρομών του τρίτου, τετάρτου, πέμπτου και έκτου μ. Χ. αιώνος, αι οποίαι επέφεραν τόσας καταστροφάς εις το Ρωμαϊκόν κράτος, έπειτα δε και εις το Ελληνορωμαϊκόν, ελάχισται είχαν βλάψη το Περσικόν Βασίλειον. Μονάρχης απόλυτος και τυραννικός ο Χοσρόης, καίπερ μισούμενος υπό των πλείστων υπηκόων του, ηδύνατο να εκμεταλλευθεί και τους ανθρώπους και τον πλούτον της χώρας, χάριν των φιλοδόξων σχεδίων του. Είδαμεν μετά πόσης περιφρονήσεως απέρριψε τας περί ειρήνης πρεσβείας του Ηρακλείου. Ζων εν μέσω τρυφής, πλούτου και δυνάμεως πολλής, κατέστη αλαζονικώτατος. Είχεν ήδη λάβη το επώνυμον Παρβίζ (Περύζης), ήτοι νικητής, και δεν ήθελε να φανή ανάξιος του τίτλου. Αυτός δεν ησθάνετο τας κακουχίας των πολέμων, δεν εξεστράτευε καθώς ο Ηράκλειος, δεν έζη υπό σκηνάς εις τα στρατόπεδα καθώς εκείνος. Διέτριβεν εντρυφών εις τα μεγάλα του ανάκτορα. Αγέλαι βοών και προβάτων έβοσκαν εις τας πέριξ νομάς, εις δε τους κήπους του επτερύγιζαν ποικιλόχρωμα πτηνά και έτρεχαν στρουθοκάμηλοι και δορκάδες, υπήρχαν δε εκεί και θηριοτροφεία λεόντων και τίγρεων. Εννεακόσιοι εξήκοντα ελέφαντες, δώδεκα χιλιάδες μεγάλαι κάμηλοι και οκτώ χιλιάδες μικραί κάμηλοι εχρησίμευαν εις την υπηρεσίαν της αυλής του βασιλέως των βασιλέων, καθώς ωνομάζοντο οι βασιλείς της Περσίας. Εις τους σταύλους υπήρχαν έξ χιλιάδες ίπποι και υποζύγια. Έξ χιλιάδες σωματοφυλάκων απετέλουν την φρουράν του παλατίου, την δε εσωτερικήν υπηρεσίαν εξετέλουν δώδεκα χιλιάδες δούλοι. Θησαυροί αμύθητοι χρυσού και αργύρου και πολυτίμων λίθων, μεταξωτών υφασμάτων και μύρων εφυλάττοντο εις εκατόν υπογείους θαλάμους των ανακτόρων. Ο ζων εις τοιούτον πλούτον, τρυφήν και πολυτέλειαν απόλυτος μονάρχης των Περσών δεν εφρόντιζεν ούτε περί της δυστυχίας του λαού του, ο οποίος τόσα υφίστατο βάρη ένεκα του πολέμου, ούτε περί της καταστροφής του στρατού του, ενόσω υπήρχαν άνθρωποι δουλεύοντες αυτόν. Άλλως δε ο πόλεμος δεν είχεν ακόμη επιφέρη μεγάλην καταστροφήν εις το Περσικόν κράτος, διότι ο στρατός του Ηρακλείου εις ολίγας σχετικώς χώρας του είχεν εισβάλη.
Λοιπόν ο Χοσρόης παρεσκεύασε τρεις νέας μεγάλας στρατιάς, των οποίων ο σκοπός δεν ήτο να υπερασπίσουν το Περσικόν κράτος εναντίον της επικειμένης εισβολής του Ηρακλείου, αλλά να εκτελέσουν το πρώτον σχέδιον του Χοσρόου, να καταλύσουν δηλονότι το Ελληνορωμαϊκόν κράτος. Διά τούτο, καθ' ον χρόνον ο Ηράκλειος ευρίσκετο εις τα σύνορα του Περσικού κράτους (626), ο είς των στρατών του Χοσρόου επορεύετο υπό τον Σαρβαραζάν απ' ευθείας εις την Μικράν Ασίαν, διευθυνόμενος εις την Χαλκηδόνα και εις την Χρυσούπολιν ο δεύτερος, συγκείμενος εξ ανδρών λεγομένων χρυσολογχιτών (οποίοι υπήρχαν και εις τον στρατόν του Ξέρξου) υπό τον Σαήν επορεύετο εναντίον του στρατού του Ηρακλείου. Εις τον αρχηγόν του στρατού τούτου παρήγγειλεν επιτακτικώς ο Χοσρόης να νικήση τον Ηράκλειον, αν δεν θέλη να κοπή η κεφαλή του. Ο βάρβαρος ηγεμών ήθελε να εκβιάση την νίκην διά τοιούτων απειλών, αντιθέτως προς τον Ηράκλειον, ο οποίος εξήπτε διά του λόγου και διά του παραδείγματος την ανδρείαν του στρατού. Οποία διαφορά μεταξύ των δύο αντιπάλων μοναρχών, κατά τον μέγαν εκείνον αγώνα, εκ του οποίου εξηρτάτο η τύχη του τότε κόσμου!
Ο τρίτος στρατός του Χοσρόου έμεινεν εις την Περσίαν διά να υπερασπίση τον βασιλέα εν περιπτώσει εισβολής του Ηρακλείου. Αλλά δεν ηρκέσθη ο Χοσρόης εις τας δυνάμεις του ταύτας, εζήτησε και συμμάχους. Όπως ο πάππος του Χοσρόης επολέμει εναντίον του αυτοκράτορος Ιουστινιανού συμμαχών μετά των Γότθων της Ιταλίας, ομοίως και αυτός συνεμάχει μετά των Αβάρων εναντίον του Ηρακλείου. Η μόνη διαφορά ήτο, ότι τότε μεν οι Γότθοι της Ιταλίας εζήτουν την συμμαχίαν του πρώτου Χοσρόου εναντίον του Χριστιανού αυτοκράτορος, τώρα δε ο Χοσρόης ο Β' εζήτει την συμμαχίαν των παρά τον Δανούβιον και τα Καρπάθια βαρβάρων εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως. Και τώρα, όπως προ 80 ετών, τα γινόμενα παρά τον Τίγρητα και τον Αράξην και την Κασπίαν θάλασσαν εύρισκαν τον αντίκτυπόν των παρά τον Δανούβιον, τον Αδρίαν και τα Καρπάθια.
Αλλά και ο Ηράκλειος δεν έμενεν αδρανής. Ο στρατός του, εξ αρχής ολιγάριθμος και μόλις ανερχόμενος εις το τέταρτον του όλου Περσικού στρατού, είχεν ελαττωθή έτι μάλλον εκ των πολλών μαχών και μάλιστα ένεκα της αποχωρήσεως των Λαζών και των Αβασγών. Τώρα δε ήτο υποχρεωμένος να αποσπάση μέρος αυτού και να πέμψη εις την Κωνσταντινούπολιν, όχι προς απόκρουσιν του Σαρβαραζά, αλλά διότι είχε γνώσιν των μεταξύ του Χοσρόου και του Χαγάνου διαπραγματεύσεων. Διήρεσε λοιπόν τον στρατόν εις τρεις μοίρας. Την μίαν, συγκειμένην από γενναίους παλαιμάχους, έστειλεν εις Κωνσταντινούπολιν, την δευτέραν παρέδωκεν εις τον αδελφόν του Θεόδωρον διά να πολεμήση κατά του στρατού του Σαήν, μετά δε της τρίτης έμελλε να επέλθη αυτός εναντίον του Χοσρόου. Κατά του Σαρβαραζά δεν έστειλε στρατόν, διότι δεν ηδύνατο να ελαττώση τας δυνάμεις του περισσότερον και διότι ήτο πεπεισμένος ότι οι Πέρσαι δεν θα ηδύναντο να μεταβούν εις Κωνσταντινούπολιν διαβαίνοντες τον υπό του στόλου του κατεχόμενον Βόσπορον. Άλλως τε η Χαλκηδών, η οποία προ εννέα ετών είχε κυριευθή υπό των Περσών, μετά την φυγήν των κατά το 622 είχεν οχυρωθή ισχυρώς και ανθίστατο κρατερώς και δεν εκυριεύθη κατά την δευτέραν εκστρατείαν του Σαρβαραζά. Εκ δε της εκβάσεως του εις Περσίαν πολέμου έμελλε να κριθή και η τύχη του παρά την Χαλκηδόνα Περσικού στρατού.
Αλλά και περί συμμαχίας εφρόντισεν ο Ηράκλειος. Τας από Κασπίας μέχρι Κριμαίας εκτεινομένας χώρας της σημερινής νοτίου Ρωσίας εξουσίαζε τότε έθνος τι βάρβαρον Σκυθικόν, οι Χάζαροι. Μετά τούτων λοιπόν έκλεισεν ο Ηράκλειος συμμαχίαν κατά των Περσών. Ούτω διεξήχθη ο μέγας Ελληνοπερσικός πόλεμος κατά το 626, τέταρτον έτος της εκστρατείας του Ηρακλείου, εκτεινόμενος από Δανουβίου μέχρι Κασπίας και Καυκάσου, και εντός αυτής της Περσίας.
Ουδέποτε η παγκόσμιος ιστορία, ούτε εις τους χρόνους του μεγάλου Κύρου, ούτε εις τους χρόνους του Αλεξάνδρου ή των Ρωμαίων, παρέστη μάρτυς πολέμου διεξαγομένου συγχρόνως εις πεδίον τόσον ευρύ, και μετά τοιαύτης μεγαλοπρεπούς αντιθέσεως. Μέγα μέρος της Ευρώπης και της Ασίας, από των Καρπαθίων και του Δανουβίου και των στεππών της νυν Ευρωπαϊκής Ρωσίας μέχρι του Ώξου και του Τίγρητος, απετέλουν το απέραντον τούτο θέατρον του πολέμου. Πρωταγωνισταί ήσαν δύο λαοί ιστορικοί. Ήδη κατά την αρχαιότητα δις, εις τους Μηδικούς πολέμους και κατά την εκστρατείαν του Αλεξάνδρου, διά των προς αλλήλους πολέμων έκριναν την τύχην του κόσμου. Και ο ήδη διεξαγόμενος μεταξύ αυτών πόλεμος δεν διεξήγετο του μεν επιτιθεμένου, του δε αμυνομένου, δεν διεξήγετο εντός των ορίων των δύο κρατών ή εντός των ορίων του ενός εξ αυτών. Αλλ' οι δύο αντίπαλοι ηγωνίζοντο συγχρόνως ποίος να κτυπήση την καρδίαν του άλλου. Η Κωνσταντινούπολις επολιορκείτο υπό των βαρβάρων συμμάχων του Χοσρόου, ενώ ο Ηράκλειος επήρχετο εναντίον της πρωτευούσης του Χοσρόου και ελεηλάτει τα παλάτια του. Και τα δύο κέντρα του πολέμου, αι δύο πρωτεύουσαι των δύο πολεμίων απείχαν αλλήλων κατά τα τότε μέσα της συγκοινωνίας δρόμον τουλάχιστον δύο μηνών.
Ο τοιούτος παράδοξος χαρακτήρ εξ αρχής υπήρχεν εις τον πόλεμον, αλλ' εξεδηλώθη ιδίως κατά το πέμπτον έτος, το 626.
Αλλ' ας ίδωμεν τώρα τα καθ' έκαστα του μεγάλου τούτου δράματος, τας ποικίλας περιπετείας του, τέλος την οριστικήν του λύσιν.
Ο κατά του Σαήν πεμφθείς στρατός, προκληθείς εις μάχην, ταχέως κατενίκησε τους Πέρσας. Ο Χοσρόης μαθών το αποτέλεσμα εξεμάνη κατά του Σαήν. Αλλ' ούτος υπό τοσαύτης κατελήφθη αδημονίας, ώστε απέθανε μετ' ολίγον προλαβών την οργήν του βασιλέως του. Ο φοβερός Χοσρόης δεν εδίστασεν όμως να τιμωρήση και το άψυχον πτώμα του στρατηγού διά της επονειδίστου ποινής της μαστιγώσεως.
Ενώ ο αδελφός του Ηρακλείου Θεόδωρος ενίκα κατά κράτος τον ένα εκ των Περσικών στρατών, ο Ηράκλειος μετέβαινεν από του Πόντου εις την Κολχίδα. Ο σκοπός του Ηρακλείου δεν ήτο να εισβάλη εκείθεν εις την Περσίαν, αλλά να συναντηθή μετά του στρατηγού των Χαζάρων Ζιεβήλ, ο οποίος συμφώνως προς τας γενομένας συμφωνίας εισέβαλεν εις την Περσίαν εκβιάσας τας λεγομένας Κασπίας πύλας και ηχμαλώτιζε πολλούς κατοίκους και επυρπόλει τας πόλεις και τας κώμας. Η συνάντησις του Ηρακλείου μετά του Ζιεβήλ έγεινε πλησίον της σημερινής Ρωσικής πόλεως Τιφλίδος, η οποία κατείχετο τότε υπό των Περσών.
Όταν οι Χάζαροι και ο αρχηγός των είδαν τον Ηράκλειον, ο μεν αρχηγός εφίλησε τον τράχηλον του αυτοκράτορος και τον επροσκύνησεν, όλος δε ο στρατός των Χαζάρων έπεσε πρηνής κατά γης. Εκ του στρατού αυτού ο Ζιεβήλ έδωκεν εις τον αυτοκράτορα 40 χιλιάδας επιλέκτων ανδρών, μεταξύ των οποίων και τον νεαρόν υιόν του, αυτός δε μετά του λοιπού στρατού επέστρεψεν εις την χώραν του. Ενισχύσας ο βασιλεύς τον στρατόν του, ανερχόμενον εις 70 χιλιάδας μαχητών, κατέβη από του Καυκάσου διά της Αρμενίας εις την βόρειον Μεσοποταμίαν, ζητών να επιτεθή εκ της χώρας εκείνης εναντίον του στρατού των χρυσολογχιτών. Εις την Περσίαν δεν εισέβαλεν ο αυτοκράτωρ διαρκούντος του θέρους, ησχολήθη δε εις την άλωσιν φρουρίων τινών εις Μεσοποταμίαν και Συρίαν, τα οποία κατείχαν ακόμη οι Πέρσαι.
Εις την απόφασιν ταύτην του βασιλέως επέδρασεν, ως φαίνεται, η κατά το έτος εκείνο (δηλ το 624) γενομένη εκστρατεία του Χαγάνου των Αβάρων εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως. Διότι δεν ήθελεν ο βασιλεύς να εισχωρήση εις τα ενδότερα της Περσίας πριν μάθη τα κατά την εκβασιν της επιδρομής εκείνης.
Θ'. — Η πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Αβάρων (626 μ. Χ.)
Περί τας αρχάς ή τα μέσα Ιουνίου ο μέγας Χαγάνος των Αβάρων εκίνησεν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως επί κεφαλής πλήθους βαρβάρων, Αβάρων, Βουλγάρων και Σκλαβηνών. Εις την Κωνσταντινούπολιν υπήρχεν ικανός στρατός προς άμυναν. Μόνοι οι ιππείς ανήρχοντο εις 12 χιλιάδας. Εννοείται ότι ο στρατός ούτος ήτο πολύ μικρότερος του απείρου πλήθους των επερχομένων βαρβάρων. Ο Πέρσης στρατηλάτης Σαρβαραζάς, άμα κατέλαβε την Χαλκηδόνα κατά την άνοιξιν του 626, έπεμψε πρεσβείαν εις τον Χαγάνον διά να έλθη εις βοήθειάν του κατά τας γενομένας συμφωνίας.
Αλλά και οι εν Κωνσταντινουπόλει άρχοντες, ο Πατριάρχης Σέργιος και ο συγκλητικός Βώνος εννοήσαντες τας ενεργείας του Πέρσου αρχιστρατήγου έπεμψαν προς τον Χαγάνον ως πρεσβευτήν τον γερουσιαστήν Αθανάσιον, διά να ματαιώσουν τας ενεργείας του Πέρσου.
Ο Χαγάνος δεν έδωκεν απάντησιν εις τον Αθανάσιον, ούτε επέτρεψεν εις αυτόν να επιστρέψη εις Κωνσταντινούπολιν, αλλά τον εκράτησε πλησίον του. Εισέβαλεν εις την Θράκην και όταν έφθασε πλησίον της Αδριανουπόλεως είπεν εις τον Αθανάσιον: «Ύπαγε να είπης εις τους ομοεθνείς σου, ότι έχουν καιρόν ακόμη να εξαγοράσουν παρ' εμού την ειρήνην διά χρημάτων». Ο Αθανάσιος ήλθεν εις την πόλιν. Αλλ' ο Πατριάρχης και ο Βώνος απέρριψαν την πρότασιν και ανήγγειλαν διά του αυτού Αθανασίου, ότι θα αντισταθούν μέχρις εσχάτων. Ο Χαγάνος οργισθείς διά την τοιαύτην απάντησιν απέπεμψε τον Αθανάσιον μετ' απειλών, απαιτών να παραδοθή εις αυτόν η πόλις, και απειλών ότι άλλως έμελλε να την καταστρέψη εκ θεμελίων. Τέλος την 29 Ιουνίου εφάνη η εμπροσθοφυλακή των Αβάρων προ της Κωνσταντινουπόλεως συγκειμένη υπό 30 χιλ. ανδρών. Ολίγοι στρατιώται, μετά των παλληκαρίων ήτοι των βοηθών των (τότε πρώτον γίνεται γνωστόν το όνομα τούτο), εξελθόντες της πόλεως κατεκόπησαν ή ηχμαλωτίσθησαν υπό των βαρβάρων. Μετ' ολίγον (28 Ιουλίου) έφθασεν ο Χαγάνος μετά 80 χιλ. ανδρών και ηρήμωσεν όλα τα εκτός των τειχών προάστεια. Επροχώρησε μάλιστα μέχρι του ιερού της Ζωοδόχου Πηγής (νυν Μπαλουκλί). Αλλ' εκεί μέρος των βαρβάρων κατεκόπη υπό των στρατιωτών των εξελθόντων από της Κωνσταντινουπόλεως. Σώμα στρατού εχθρικού ώδευε καθ' όλην την περιοχήν της παραλίας του Κερατίου κόλπου και ήλθεν εις το μέρος όπου είναι τώρα ο Τοπχανάς και εδήλωσεν εις τους απέναντι ευρισκομένους Πέρσας την άφιξιν του Χαγάνου.
Έκτοτε οι δύο βάρβαροι σύμμαχοι εχαιρετίζοντο καθ' εκάστην νύκτα εκατέρωθεν του Βοσπόρου διά των φλογών όσας ανέπεμπαν τα πυρπολούμενα χωρία και μοναστήρια. Συγχρόνως από της Μαύρης θαλάσσης ήλθεν άπειρον πλήθος πειρατικών πλοίων, των οποίων επέβαιναν Σλαύοι εκ των συμμάχων του Χαγάνου. Είχε δε ο Χαγάνος και πολιορκητικάς μηχανάς και 12 ξυλίνους πύργους. Κατά την πολιορκίαν ταύτην οι Πέρσαι δεν ηδύναντο να προσφέρουν βοήθειαν εις τους Αβάρους διότι δεν είχαν στόλον, τα δε πλοία των Σλαύων δεν διέπλεαν ελευθέρως εις Βόσπορον ένεκα των κινήσεων του Ελληνικού στόλου. Την 23 Αυγούστου επεχείρησεν ο Χαγάνος την μεγάλην έφοδον. Προ της επιθέσεως εζήτησε πάλιν την παράδοσιν της πόλεως, αλλ' η πρότασίς του απερρίφθη και πάλιν.
Τότε επικειμένης της εφόδου ο μεν Βώνος ανέλαβε την άμυναν των τειχών, όπου προσέτρεχαν όλοι οι μάχιμοι άνδρες, ο δε πατριάρχης Σέργιος εκάλει τον λοιπόν λαόν εις τους ιερούς ναούς, διά να επικαλεσθούν την άνωθεν αντίληψιν και να λάβουν θάρρος απέναντι του επικρεμαμένου κινδύνου. Και εψάλλοντο εις τους ναούς ιεροί ψαλμοί, ιδίως ο ψαλμός ο λέγων: «Ανάστηθι ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου οι μισούντες αυτόν. Ως εκλείπει καπνός εκλειπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός. Ούτως απολούνται οι αμαρτωλοί και οι δίκαιοι ευφρανθήσονται». Τότε συνετέθησαν και εψάλλοντο εις τας εκκλησίας οι εις την Θεοτόκον __Ακάθιστοι_ ύμνοι, οι λεγόμενοι χαιρετισμοί. (Ακάθιστοι, διότι δεν επετρέπετο ενώ εψάλλοντο να κάθηνται οι Χριστιανοί). Ο Πατριάρχης Σέργιος περιήρχετο τα τείχη φέρων την εικόνα του Χριστού και της Θεομήτορος και τελών ιεράν λιτανείαν. Τέλος την 29 Ιουλίου ο Χαγάνος επετέθη μεθ' όλων του των δυνάμεων και των μηχανών του. Η επίθεσις διήρκεσε τρεις ημέρας από πρωίας μέχρι βαθείας νυκτός. Κατά τας σφοδροτάτας ταύτας επιθέσεις, εκ των δώδεκα ξύλινων πύργων βροχή και χάλαζα λίθων, βελών και ακοντίων ερρίπτετο εναντίον των αμυνομένων. Αλλ' οι πολιορκούμενοι ανθίσταντο κρατερώς, έκαμναν δε και εξόδους, και επροξένουν μεγάλας ζημίας εις τους πολιορκητάς καταστρέφοντες και καίοντες τας πολιορκητικάς μηχανάς των. Την τετάρτην ημέραν ο Χαγάνος εζήτησε συνέντευξη μετά των αρχόντων της πόλεως. Οι πολιορκούμενοι δεν εδίστασαν να πέμψουν πρεσβείαν υπό την αρχηγίαν του πατρικίου Γεωργίου.
Ο Χαγάνος εδέχθη εις ακρόασιν τους πρέσβεις ενώπιον τριών Περσών απεσταλμένων εκ του στρατού του Σαρβαραζά. Οι Πέρσαι πρέσβεις εκάθηντο επί πολυτελών καθισμάτων ως σύμμαχοι, οι δε Έλληνες υπεχρεώθησαν να ομιλούν όρθιοι, ως να ήσαν δούλοι του Χαγάνου. Μετά πολλής περιφρονήσεως, αγερωχίας και απειλών ελάλησεν ο Χαγάνος προς τους πρέσβεις, ειπών ότι έμελλε μετ' ολίγον να λάβη και παρά των Περσών επικουρίαν, και μόνην χάριν εις τους κατοίκους της Κωνσταντινουπόλεως απονέμει να εξέλθουν της πόλεως φέροντες έν υποκάμισον και να μεταβιβασθούν εις την Ασίαν, όπου οι σύμμαχοι του οι Πέρσαι θα τους άφιναν ελευθέρους να μεταβούν όπου ήθελαν. Άλλως, έλεγεν, είναι αδύνατον να σωθήτε, εκτός αν γίνητε ιχθύες και φύγετε διά θαλάσσης, ή πτηνά και φύγετε διά του αέρος! Έλεγε δε προς τούτους ότι καθ' ας έλαβε πληροφορίας παρά των Περσών, ο βασιλεύς Ηράκλειος είναι φυγάς ή αιχμάλωτος και δεν δύναται να πράξη τίποτε υπέρ της Κωνσταντινουπόλεως. Όταν δε ο πατρίκιος Γεώργιος κήρυξε ψευδείς τας ειδήσεις ταύτας, είς των Περσών πρέσβεων τον ύβρισε. Αλλ' εις την ύβριν ο Γεώργιος απήντησεν υπερηφάνως: «Δεν με υβρίζεις συ, αλλ' ο Χαγάνος»· και εζήτησε παρά του Χαγάνου να τους απολύση, αφού ήτο αδύνατον να επέλθη συνεννόησις. Η πρεσβεία λοιπόν απέτυχε του σκοπού· αλλ' εξ άλλου απέβη ωφέλιμος εις τους πολιορκουμένους διά την εξής αιτίαν: Ενόησαν ότι ο Χαγάνος συνεννοείτο μετά των εις Χαλκηδόνα Περσών και ότι οι Πέρσαι απεσταλμένοι έμελλαν να μεταβούν από το στρατόπεδον των πολιορκητών εις Χρυσούπολιν. Οι πλοίαρχοι λοιπόν του Ελληνικού στόλου, μετά μεγάλης προσοχής επιτηρούντες την θάλασσαν, συνέλαβαν την νύκτα εκείνην τους τρεις Πέρσας. Είς εκ τούτων, πιθανώς ο υβρίσας τον Γεώργιον, εσφάγη επί του πλοίου πλησίον του πολιορκούντος την Χαλκηδόνα στρατού των Περσών, και η κεφαλή του εσφενδονίσθη διά τινος μηχανής εις το Περσικόν στρατόπεδον.
Ο Χαγάνος απέδωκε την πρεσβείαν του Γεωργίου εις απελπισίαν των πολιορκουμένων. Διά να επισπεύση την παράδοσιν της πόλεως εδιπλασίασε τας προσπαθείας του. Έθεσεν εις κίνησιν πάλιν τον στρατόν και τας πολιορκητικάς μηχανάς του, και επί δέκα κατά συνέχειαν ημέρας δεν έπαυσαν αι κατά των τειχών της βασιλευούσης έφοδοί του. Αλλά τα τείχη της πόλεως δεν εκλονίζοντο από τας μηχανάς του, οι δε πολιορκούμενοι γενναίως ανθιστάμενοι απέκρουαν τας εφόδους του εχθρικού στρατού. Εν τούτοις εκινδύνευεν η πόλις τον έσχατον κίνδυνον, εάν ο Χαγάνος επετύγχανεν εις το σχέδιόν του και συνεννοούμενος μετά των Περσών τους μετέφερεν, από την απέναντι Ασιατικήν παραλίαν του Βοσπόρου, υπό τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Διά να προληφθή ο τοιούτος κίνδυνος έπρεπε να καταστραφούν τα πλοία των Σλαύων συμμάχων του Χαγάνου.
Ο Βώνος λοιπόν, την εσπέραν της 11 προς την 12 Αυγούστου, συνήθροισεν όλα τα εις τον Βόσπορον και εις τον Κεράτιον κόλπον πλοία του Ελληνικού στόλου, συγχρόνως δε έστειλε και φάλαγγα γενναίων Αρμενίων εις το μέρος ακριβώς όπου, κατά την συμφωνίαν των Αβάρων και του στόλου των Σκλαβηνών, έμελλε να κατέλθη φάλαγξ Αβάρων διά να συμπράξη μετά του στόλου των και να φέρη αντιπερισπασμόν προς το μέρος εκείνο, ενώ ο Χαγάνος έμελλε να ενεργήση, εις άλλο σημείον την κυρίαν επίθεσιν. Το σύνθημα της πυράς, το οποίον επρόκειτο να δώσουν οι Άβαροι, έδωκαν οι Αρμένιοι. Ο εχθρικός στόλος είδε την πυράν και ώρμησεν από τον μυχόν του Κερατίου κόλπου και επροχώρει προς το μέρος των Βλαχερνών. Αλλά περιεκυκλώθη υπό του Ελληνικού στόλου, οι εντός των πλοίων Σκλαβηνοί εφονεύοντο και μετ' ολίγον η θάλασσα έγινεν ερυθρά από το αίμα των, πτώματα δε απειράριθμα έπλεαν επί των κυμάτων. Πολλοί των Σκλαβηνών ερρίφθησαν εις την θάλασσαν και κολυμβώντες ήλθαν εις το μέρος, όπου είχαν ιδεί την πυράν, νομίζοντες ότι έμελλαν να εύρουν εκεί τους Αβάρους. Αλλ' αντί Αβάρων ευρήκαν τα ξίφη των Αρμενίων. Ολίγοι σωθέντες ήλθαν εις το στρατόπεδον του Χαγάνου, αλλά και αυτοί εθανατώθησαν υπό του αγρίου τυράννου, οργισθέντος διότι επεχείρησαν την έφοδον χωρίς να δώση αυτός το σύνθημα. Ούτω κατεστράφησαν οι Σκλαβηνοί. Αλλ' ο Χαγάνος κατεχόμενος υπό σφοδράς οργής δεν παρήτησε το σχέδιον της επιθέσεως. Την επιούσαν επετέθη πανστρατιά εναντίον της πόλεως. Ο στρατός του ώρμησε πολλάκις εναντίον των τειχών, αλλά πολλάκις απεκρούσθη, ο δε Χαγάνος ιστάμενος επί λόφου έβλεπε τας αποτυχίας του στρατού. Τέλος οι Έλληνες, ενθαρρυνθέντες από τα συμβάντα της νυκτός, επεχείρησαν έξοδον γενναίαν και έτρεψαν εις φυγήν τους βαρβάρους. Ενώ δε εκείνοι έφευγαν μετά τρόμου, εξήρχοντο εις καταδίωξίν των και αι γυναίκες και τα παιδία και επροχώρουν μέχρι του στρατοπέδου των.
Την επαύριον ανεχώρησεν ο Χαγάνος, αφού κατέστρεψε τας μηχανάς του και ανήγγειλε διά κήρυκος εις τους κατοίκους ότι έμελλε να επανέλθη διά να τους εξολοθρεύση. Αλλά συγχρόνως εζήτει συνέντευξιν μετά του Βώνου. Εκείνος απήντησεν ότι ο αδελφός του βασιλέως Θεόδωρος επέστρεφε νικηφόρος από τον πόλεμον και έμελλε να μεταβή μετ' ολίγον εις την χώραν του Χαγάνου διά να συνεννοηθή μετ' αυτού. Τούτο έτι μάλλον εφόβισε τον Χαγάνον, και ανεχώρησε μετά σπουδής.
Λέγουν ότι ο Χαγάνος, καταληφθείς από φόβον και τρόμον, διηγείτο ότι είδε γυναίκα έχουσαν λαμπράν περιβολήν, η οποία διήρχετο κατά μήκος των οχυρωμάτων. Και μερικοί εκ των στρατιωτών του έλεγαν επίσης ότι είδαν γυναίκα έχουσαν όψιν βασιλικήν, η οποία εξήρχετο από την Πύλην Βλαχερνών και διευθύνετο μέχρι της παραλίας, όπου εξηφανίσθη. Το αληθές είναι ότι οι Χριστιανοί την σωτηρίαν της πόλεως απέδωκαν εις την προστασίαν της Θεοτόκου, της προστάτιδος και υπερμάχου της πόλεως. Η δοξασία αυτή απήχησε μέχρι των βαρβάρων και εγέννησε την ιδέαν της εμφανίσεως της λαμπράς γυναικός. Η Θεοτόκος πράγματι εθεωρήθη ως υπέρμαχος στρατηγός της πόλεως, προς αυτήν δε ως «ασάλευτον πύργον της Εκκλησίας», ως «απόρθητον τείχος της βασιλείας», ως «την υπέρμαχον στρατηγόν, δι' ης εγείρονται τρόπαια» και «δι' ης εχθροί καταπίπτουσιν», ανεπέμποντο οι ευχαριστήριοι χαιρετισμοί, τους οποίους η Εκκλησία έκτοτε μέχρι της σήμερον ψάλλει καθ' εκάστην Παρασκευήν της μεγάλης τεσσαρακοστής, και ιδίως της πέμπτης εβδομάδος, προς ανάμνησιν του μεγάλου εκείνου γεγονότος. Μετά των ευχαριστηρίων δε τούτων χαιρετισμών ψάλλεται και ο ωραίος εκείνος ύμνος προς την υπέρμαχον στρατηγόν, την σώτειραν της πόλεως. Τον παιάνα τούτον παρίσταται αυτή η πόλις ψάλλουσα και λέγουσα:
Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια, Ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια Αναγράφω σοι η πόλις σου, Θεοτόκε. Αλλ' ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον, Εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον, Ίνα κράζω σοι· Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε.
Ούτως έληξεν ο κατά το 626 από Αβάρων και Περσών απειλήσας την Κωνσταντινούπολιν κίνδυνος.
Ι'. — Ο Ηράκλειος εις την Περσίαν (626).
Είπαμεν ότι ο Ηράκλειος, διαρκούντος του θέρους του 626, δεν εισήλασεν εις την Περσίαν, αλλ' έμεινεν εις τα μεθόρια, το δε σπουδαίον γεγονός του θέρους του 626 ήτο η κατά του Σαήν νίκη του Θεοδώρου, του αδελφού του βασιλέως. Αλλ' αφού ο Ηράκλειος έμαθε την ήτταν και αποχώρησιν των Αβάρων, επεχείρησεν, αρχομένου του χειμώνος, να εισβάλη εις την Περσίαν και εισέβαλε πάλιν εις την Ατροπατηνήν (Ατσερβοϊζάν). Η εισβολή αύτη, γενομένη παρά το σύνηθες εν καιρώ χειμώνος, επροξένησε μεγάλην ταραχήν εις τον Χοσρόην, ο οποίος, μετά την ήτταν και τον θάνατον του Σαήν, είχε παρασκευάσει νέον στρατόν, διορίσας αρχηγόν τον Ραζάτην, άνδρα πολεμικώτατον και ανδρείον.
Αλλά κατά τον κρίσιμον χρόνον, κατά τον οποίον ο Ηράκλειος εν μέσω χειμώνος ευρίσκετο επί γης εχθρικής, οι σύμμαχοι του Χάζαροι τον εγκατέλειψαν. Αιτία τούτου, ήτο ότι ο Ηράκλειος, ακατάβλητος και ακαταπόνητος εκ της σκληραγωγίας και κακουχίας του πολέμου, και διά του παραδείγματος αυτού τοιούτους καταστήσας και τους στρατιώτας του, ευρίσκετο διαρκώς εις κίνησιν εν μέσω του χειμερινού ψύχους, εις τας ορεινάς εκείνας και χιονοσκεπείς χώρας της Μηδίας, ημέρας ολοκλήρους οδεύων και εις πολλάς δοκιμασίας υποβαλλόμενος. Οι Χάζαροι, μολονότι γενναίοι ως πολεμισταί, δεν ηδύναντο να υπομένουν τας κακουχίας εκείνας, και ήρχισαν τμηματικώς να επιστρέφουν εις τας πατρίδας των. Περί το τέλος Δεκεμβρίου όλος ο υπολειπόμενος στρατός, επί τη προφάσει ότι ο αρχηγός των ο υιός του Ζιεβήλ απέθανεν, εζήτησαν την άδειαν παρά του αυτοκράτορος και επέστρεψαν εις την χώραν των. Αλλ' οι Χάζαροι ήσαν υπέρ το ήμισυ του στρατού, διότι εκ των 70 χιλιάδων ανδρών, όσοι απετέλουν το στράτευμα του Ηρακλείου κατά την αρχήν της εκστρατείας εκείνης, 40 χιλιάδες ήσαν Χάζαροι. Εν τούτοις ο Ηράκλειος δεν επτοήθη, ενεψύχωσε δε και τον στρατόν του διαλαλών προς αυτόν και λέγων: «Μάθετε, αδελφοί, ότι κανείς δεν θέλει να συμμαχήση μεθ' ημών, αλλά μόνος ο Θεός και η μήτηρ του η Θεοτόκος, διά να δείξη την δύναμίν του και βοηθήση ημάς». Ούτω δε εμψυχώσας τον στρατόν επεχείρησε κατά Ιανουάριον του 627 την κατά του Ραζάτου επίθεσιν.
ΙΑ'. — Η εκστρατεία τον 627 μ. Χ.
Μετά πολλής ορμής ήρχισεν ο Ηράκλειος την εκστρατείαν του έτους τούτου πυρπολών τας πόλεις και τας κώμας της Περσίας, όσας διήρχετο. Τούτο έπραττε διά να φέρη εις στενοχωρίαν τον Ραζάτην, ο οποίος δεν επλησίαζεν, αλλά μόνον παρηκολούθει εκ των όπισθεν. Διά της ερημώσεως λοιπόν της χώρας ο Περσικός στρατός, ο κατόπιν ερχόμενος, ευρίσκετο εις στερήσεις και, καθώς λέγει είς χρονογράφος, εκ των ψιχίων των Ελλήνων ετρέφετο, πολλοί δ' εκ των ίππων εχάνοντο δι' έλλειψιν τροφής. Κατά την πορείαν αυτού ο Ηράκλειος κατέστρεψε πολλά αποσπάσματα του Περσικού στρατού. Έπειτα εστράφη προς τον Αράξην και τον Τίγρητα, μαθών ότι ο Χοσρόης ευρίσκετο κατά τα μέρη της Ασσυρίας.
Τέλος μετά πολλάς συμπλοκάς, κατά τας οποίας νικητής ήτο πάντοτε ο Ηράκλειος, οι δύο πολέμιοι στρατοί συνηντήθησαν κατά Δεκέμβριον του 627 εκεί όπου ήτο άλλοτε η πολυθρύλητος πόλις Νινευί, πλησίον του τόπου όπου προ 958 ετών ο Αλέξανδρος ο Μέγας κατετρόπωσε τον τελευταίον μέγαν στρατόν του αρχαίου Περσικού κράτους. Χιλιετία περίπου εχώριζεν απ' αλλήλων τας δύο κοσμοϊστορικάς μάχας, αλλ' ο καθολικός χαρακτήρ του αγώνος έμενεν ο αυτός· και τώρα ως και άλλοτε διεξήγετο πόλεμος μεταξύ του Ευρωπαϊκού πολιτισμού και του Ασιατικού βίου. Κατά την αξιομνημόνευτον λοιπόν εκείνην ημέραν, 12 Δεκεμβρίου 627, ο του Αλεξάνδρου του Μεγάλου άξιος διάδοχος Ηράκλειος, επιβαίνων του περιφήμου ίππου του, Φούλβου ή Δάρκωνος, όπως ο Αλέξανδρος του Βουκεφάλου, υπερέβαλε κατά την ανδρείαν τους ανδρειοτάτους των αρχηγών του στρατού του. Αυτός διά των χειρών του εφόνευσε δύο αρχηγούς του Περσικού στρατού αλλεπαλλήλως, και έτρεψεν εις φυγήν τους δορυφόρους των. Τότε επήλθε τρίτος αρχηγός, πολεμιστής δεινός, και επλήγωσε διά δόρατος το χείλος του βασιλέως, αλλ' εν τω άμα εκτυπήθη και εφονεύθη υπό του Ηρακλείου. Εν τω μεταξύ ήχουν δεινώς αι σάλπιγγες και νέαι εκατέρωθεν εγίνοντο επιθέσεις και αντεπιθέσεις, και η μάχη αρχίσασα από πρωίας εξηκολούθει σφοδροτάτη μέχρις εσπέρας. Πέρσαι στρατιώται ορμήσαντες κατά του βασιλέως επλήγωσαν τον ίππον του εις τον μηρόν· πολλά κτυπήματα διά σπάθης έλαβε και εις την κεφαλήν ο Δάρκων, αλλά φορών θώρακα εκ νευρών δεν εβλάπτετο. Τέλος πίπτει ο αρχιστράτηγος των Περσών Ραζάτης, και τρεις άλλοι στρατηγοί και πλείστοι ανώτεροι αξιωματικοί, είκοσι οκτώ δε σημαίαι περιέρχονται εις τας χείρας των νικητών. Τα λείψανα του Περσικού στρατού εγκαταλείπουν το πεδίον της μάχης, και οι νικηταί σκυλεύουν τους νεκρούς των πολεμίων. Εκυρίευσαν πλήθος όπλων και σκευών πολεμικών, πολυτίμους σπάθας ολοχρύσους και ζώνας. Η ασπίς του Ραζάτου έχουσα 120 πέταλα και ο θώραξ και τα σκιραμάγγια και τα βραχιόλια και το εφίππιόν του εκομίσθησαν εις τον αυτοκράτορα. Οι περισωθέντες φυγάδες ανήγγειλαν εις τον Χοσρόην το αποτέλεσμα της μάχης.
Ο Ηράκλειος είνε αξιοθαύμαστος και διά την ταχύτητα, με την οποίαν εχρησιμοποίησε την νίκην. Αι προφυλακαί του εντός 44 ωρών διήνυσαν διάστημα 48 μιλίων και κατέλαβαν τους δύο ποταμούς τον μεγάλον και τον μικρόν Ζαβάν (Λύκον), μετά δε την διάβασιν αυτών εξεχύθη ο νικηφόρος στρατός εις τας πλουσίας χώρας όπου υπήρχαν πολλά μεγαλοπρεπή, προ πάντων θερινά, ανάκτορα του Πέρσου βασιλέως. Και πρώτον εκυριεύθη το μεγαλοπρεπές ανάκτορον Ιεσδέμ, όπου ο Ηράκλειος εώρτασε την εορτήν των Χριστουγέννων. Εκείθεν μετέβη εις το ανάκτορον Ρουσά, πλησίον του ποταμού Τορνά. Οι Πέρσαι οι φυλάττοντες την γέφυραν του ποταμού έφυγαν μόλις εφάνη ο στρατός του Ηρακλείου, ο δε βασιλεύς διαβάς τον ποταμόν κατέλαβε και άλλο παλάτιον, το Βεκλαλί. Εις ολίγων ωρών απόστασιν έκειτο το περίφημον φρούριον και ανάκτορον Δεσταγέρδ, πλησίον δε τούτου ελέγετο ότι ευρίσκετο ο Χοσρόης. Αλλ' αυτός έφευγε καθ' όσον προσήγγιζεν ο βασιλεύς. Έφυγε δε και από το Δεσταγέρδ εις το παλάτιον Βεβδάρχ. Λαμπρά ήσαν τα λάφυρα, όσα τότε έπεσαν εις χείρας των νικητών. Το σπουδαιότατον ήσαν αι τριακόσιαι σημαίαι, τας οποίας οι Πέρσαι εις διαφόρους πολέμους κατά του Βυζαντίου είχαν κυριεύσει. Πολλά είχε παραλάβη φεύγων ο Χοσρόης, αλλά και πολλά ευρήκαν οι νικηταί άφθονα, ιδίως φυσικά και βιομηχανικά προϊόντα, τα οποία ήσαν κατά τους χρόνους εκείνους σπάνια και πολύτιμα, προσέτι δε άργυρον, ολοσηρικά ενδύματα, τάπητας και άλλα πολλά, τα οποία μη δυνάμενοι διά το βάρος να μετακομίσουν κατέκαυσαν.
Ο Ηράκλειος εώρτασεν εις τα τελευταία αυτά ανάκτορα τα Θεοφάνεια, και αφού οι νικηταί ελεηλάτησαν τα «υπέρτιμα και θαυμαστά και καταπληκτικά εκείνα κτίσματα», καθώς τα αποκαλεί ο Χρονογράφος, τα έκαυσαν και τα κατηδάφισαν «διά να μάθη ο Χοσρόης οποίον πόνον ησθάνοντο οι Χριστιανοί, όταν ηρημώνοντο υπ' αυτού αι πόλεις των και επυρπολούντο». Εξ όλων των περσικών πόλεων, όπου υπήρχαν χιλιάδες αιχμαλώτων, άνδρες, γυναίκες και παιδία έτρεχαν εις τον στρατόν του Ηρακλείου. Ο Χοσρόης εν τούτοις έφευγε κρυπτόμενος εις τας καλύβας γεωργών και ποιμένων. Μαθών δε ο αυτοκράτωρ, ότι κατέφυγεν εις Κτησιφώντα, εκίνησε κατά της πρωτευούσης ταύτης του Περσικού κράτους. Αλλά και εκείθεν ο Χοσρόης έφυγεν εις τα ενδότερα. Ο αυτοκράτωρ τότε εμήνυσεν εις αυτόν ότι ήτο πρόθυμος να συνομολογήση ειρήνην. «Εάν εξακολουθώ να σε καταδιώκω, έλεγεν ο Ηράκλειος, ο σκοπός μου δεν είναι να πολεμώ, αλλά να σε αναγκάσω να κάμης ειρήνην. Τα δεινά, όσα επιφέρει ο πόλεμος, έλεγεν ο φιλάνθρωπος βασιλεύς, με λυπούν όσον και τους υπηκόους σου, τους εκ τούτου πάσχοντας. Αλλά συ με αναγκάζεις να ερημώνω τας χώρας σου. Ας αφήσωμεν τα όπλα· ας συνάψωμεν πάλιν τους δεσμούς της φιλίας τους ενούντας τα δύο κράτη. Εάν θέλης, εύκολον είναι να σβεσθή η πυρκαϊά αυτή πριν ή εκταθή καθ' όλην την Περσίαν». Αλλά και πάλιν ο τύραννος δεν ενέδωκε.
Προς μεγίστην θλίψιν και αγανάκτησιν των οικείων του ο Χοσρόης μη δεχόμενος την ειρήνην υπέγραφε την καταδίκην του. Διότι αι κάλλισται επαρχίαι του κράτους κατελαμβάνοντο και διηρπάζοντο υπό νικηφόρου εχθρικού στρατού, η δε υπομονή των υπηκόων του, οι οποίοι μέχρι τούδε δουλικώς υπέμεναν, εξηντλήθη. Μεταξύ του λαού υπήρχε και τάξις αριστοκρατική, η οποία εξηγέρθη κατά του τυράννου. Βασιλεύς μεγαλόφρων, καθώς ο Ηράκλειος, αφωσιωμένος εις το καθήκον και των υπηκόων του κηδόμενος, και εν μέσω δυστυχιών δύναται να παρατείνη αγώνα εναντίον ξένου επιδρομέως, στηριζόμενος επί του λαού του. Αλλ' ο Χοσρόης, καταστρέφων την χώραν και τον λαόν του από τόσων ετών, χάριν μόνον της κενοδοξίας, εφέρετο ωμότατα και προς όλους. Τοιούτος ηγεμών επί τέλους πίπτει υπό το ξίφος της Νεμέσεως, της θείας δηλονότι εκδικήσεως. Και η εκδίκησις αυτή επήλθε μετ' ολίγον φοβερά. Επήλθε δε πάλιν εκ της μωρίας του Χοσρόου. Ο Χοσρόης είχεν υιόν και νόμιμον διάδοχον τον Σιρόην. Αλλά, ως συμβαίνει συχνά εις τας αυλάς των βαρβάρων ηγεμόνων, τον νόμιμον τούτον διάδοχον ήθελε να παραγκωνίση χάριν άλλου νεωτέρου υιού του. Τότε ο Σιρόης συνώμοσε κατά του πατρός του, μετά των δυσηρεστημένων ένεκα του πολέμου σατραπών και αρχόντων του κράτους, και εξέδωκε προκήρυξίν εναντίον του, διεκτραγωδών την κάτάστασιν εις την οποίαν έφερε το κράτος. Όλοι τον εγκατέλειψαν. Και αυτός δε ο εις την Μικράν Ασίαν στρατηγός Σαρβαραζάς, ο αρχηγός του μόνου υπολειπομένου Περσικού στρατού, είχε συνομολογήση ειρήνην χωρίς την άδειαν του Χοσρόου. Εγκαταλειφθείς ούτως ο Χοσρόης συνελήφθη υπό του υιού του Σιρόου και ερρίφθη δέσμιος εις ειρκτήν, αφού υπέστη την φοβεράν τιμωρίαν να ίδη έμπροσθεν του σφαζόμενον τον αγαπητόν του εκείνον υιόν, χάριν του οποίου ήθελε να παραγκωνίση τον Σιρόην και τα άλλα τέκνα του. Αλλά τούτο δεν ήτο το τέρμα της συμφοράς. Ο υιός του Σιρόης, ο αναγνωρισθείς βασιλεύς υπό των σατραπών, τον εφυλάκισεν ακριβώς εις το θησαυροφυλάκιον, εν μέσω σωρού χρυσίου και πολυτίμων κοσμημάτων, και τον κατεδίκασεν εις τον διά της πείνης θάνατον ειπών: «Τρέφου τώρα διά του χρυσίου τούτου, χάριν του οποίου ηρήμωσας τον κόσμον και έκαμες τόσας μυριάδας των υπηκόων σου να αποθάνουν από την πείναν». Αφού δε πέντε ημέρας υπέστη τας φοβερωτάτας βασάνους, διέταξεν απανθρώπως να φονευθή τοξευόμενος εις την κεφαλήν.
IB'. — Το τέλος τον πολέμου.
Ο νέος Πέρσης βασιλεύς έστειλεν ευθύς ταχυδρόμους προς τον Ηράκλειον αγγέλλων εις αυτόν εκ μέρους του και εκ μέρους τεσσαράκοντα σατραπών της Περσίας, ότι ήσαν πρόθυμοι να συνομολογήσουν ειρήνην. Ο Ηράκλειος εφάνη μεγαλόφρων και μεγάθυμος, όπως κατά τον πόλεμον ομοίως και κατά την ειρήνην. Ουδέν άλλο εζήτησε προς συνομολόγησιν ειρήνης ή την αποκατάστασιν των προ του πολέμου ορίων και την απελευθέρωσιν όλων των εις τας Περσικάς χώρας αιχμαλώτων χριστιανών και προ πάντων απήτησε την απόδοσιν του τιμίου ξύλου του Σταυρού. Απήντησε δε ο Ηράκλειος ούτω προς την περί ειρήνης αίτησιν του Σιρόου: <Ο υπέρτατος κύριος και κριτής των πολέμων και των νικών, ο ετάζων καρδίας και νεφρούς, είναι μάρτυς μου ότι ουδέποτε ηθέλησα να κυριεύσω χώρας του κράτους του Χοσρόου, όπως και ουδενός άλλου ηγεμόνος. Μεθ' όλας δε τας βαρβάρους ωμότητας, τας οποίας διέπραξεν εναντίον των Ρωμαίων και εναντίον των ιδικών του υπηκόων, είχα σκοπόν να τον νικήσω και όχι να τον εκθρονίσω. Ο Θεός, ο γινώσκων τα ολέθρια βουλεύματα αυτού, ηθέλησε να αποδώση την ησυχίαν εις τον κόσμον και την ειρήνην εις τα δύο έθνη, εξαφανίζων τον εμποδίζοντα τούτο. Δέχομαι προθύμως την συμμαχίαν, την οποίαν προτείνεις, και δεν επιβάλλω άλλους όρους ειμή τους συμφωνούντας προς το δίκαιον και προς τα αμοιβαία συμφέροντα ημών». Η ειρήνη ταχέως συνωμολογήθη. Ο Σιρόης έγινε φίλος και σύμμαχος του Ηρακλείου και υπεσχέθη να προστατεύη τους χριστιανούς εις το κράτος του. Ο Σαρβαραζάς είπαμεν ότι ζώντος έτι του Χοσρόου συνωμολόγησεν ειρήνην χωριστήν. Αλλ' εκτός του στρατού του Σαρβαραζά υπήρχαν έτι και άλλαι φρουραί Περσικαί εις διαφόρους πόλεις της Μεσοποταμίας και της Συρίας, αι οποίαι συμφώνως προς τους όρους της ειρήνης επέστρεψαν εις την Περσίαν. Αιχμάλωτοι χριστιανοί ηλευθερούντο σωρηδόν, και απεδόθη και το τίμιον ξύλον του Σταυρού.
Ο Ηράκλειος περί τας αρχάς του 628 εν μέσω του χειμώνος περατώσας ούτως ευτυχώς και ενδόξως τον πόλεμον διήλθε τον λοιπόν χρόνον μέχρι της ανοίξεως εις την Ταυρίδα της Περσίας, όπου ήτο το στρατόπεδον. Έπεμψε δε αγγελιαφόρους εις την Κωνσταντινούπολιν με το διάγγελμα του αυτοκράτορος και το αντίγραφον της προς αυτόν επιστολής του Σιρόου. Το διάγγελμα του αυτοκράτορος ανεγνώσθη την 15 Απριλίου 628 εις την εκκλησίαν της Αγίας Σοφίας από του άμβωνος πανηγυρικώς, εν μέσω απείρου συρροής περιχαρούς λαού. Το αυτοκρατορικόν διάγγελμα αρχίζει ως εξής·
«Αλαλάξατε τω Θεώ πάσα η γη, δουλεύσατε τω Κυρίω εν ευφροσύνη, εισέλθετε ενώπιον αυτού εν αγαλλιάσει και γνώτε ότι Κύριος αυτός εστιν ο Θεός, ημείς δε λαός αυτού εσμεν και πρόβατα της νομής αυτού. Αινείτε το όνομα αυτού, ότι Χριστός κύριος, εις τον αιώνα το έλεος αυτού, έως γενεάς και γενεάς η αλήθεια αυτού. Ευφρανθήτωσαν οι ουρανοί και αγαλλιάσθω η γη και τερφθήτω η θάλασσα και πάντα τα εν αυτή. Και πάντες οι χριστιανοί αινούντες και δοξολογούντες ευχαριστήσωμεν τω μόνω θεώ, χαίροντες επί τω αγίω αυτού ονόματι χαράν μεγάλην. Έπεσε γαρ ο υπερήφανος και θεομάχος Χοσρόης. Έπεσε και επτωματίσθη εις τα καταχθόνια, και εξωλοθρεύθη εκ γης το μνημόσυνον αυτού, ο υπεραιρόμενος και λαλήσας αδικίαν εν υπερηφανία και εξουθενώσει κατά του κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του αληθινού θεού, και της αχράντου μητρός αυτού της ευλογημένης δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, απώλετο ο ασεβής μετ' ηχούς. Επέστρεψεν ο πόνος αυτού επί την κεφαλήν αυτού…».
Κατόπιν εκθέτει ο αυτοκράτωρ τα από της πτώσεως του Χοσρόου μέχρι της συνομολογήσεως της ειρήνης και τελειώνει διά της αγγελίας ότι μετ' ολίγον επανέρχεται μετά του νικηφόρου στρατού εις το κράτος και εις την πόλιν.
ΙΓ'. — Επιστροφή του αυτοκράτορος.
Κατά τον Απρίλιον του 628 ανεχώρησεν ο αυτοκράτωρ από Γαυζάκου (Ταυρίδος) και διά της Αρμενίας ήλθεν εις την Μικράν Ασίαν και εκείθεν εις την Ασιατικήν όχθην του Βοσπόρου, πανταχού κατά την πορείαν ανευφημούμενος και εξεγείρων ενθουσιασμόν αγνόν και αποκαθιστών την τάξιν και την ασφάλειαν. Όταν δε έφθασεν εις την Ασιατικήν όχθην του Βοσπόρου, μετέβη εκεί εις προϋπάντησίν του, εις το μέρος το λεγόμενον Ιέρειαν (το σημερινόν Βεϋλερβεϋ), ολόκληρος η πρωτεύουσα επί πλοίων και λέμβων λαμπαδηφορούσα. Μετέβησαν δε εις την Ιέρειαν και ο Πατριάρχης Σέργιος (ο χρηστός Βώνος είχεν αποθάνει προ μικρού) και ο υιός και διάδοχος του αυτοκράτορος. Συγκινητική ήτο η στιγμή, κατά την οποίαν συνηντήθησαν πατήρ και υιός μετά πενταετή χωρισμόν και μετά τόσα μεγάλα γεγονότα. Ο Κωνσταντίνος ερρίφθη εις τους πόδας του πατρός του και ο Ηράκλειος τον ενηγκαλίσθη μετά δακρύων ενώπιον του απείρου πλήθους, μετά συγκινήσεως παρισταμένου εις το θέαμα.
Εκείθεν ο αυτοκράτωρ διέπλευσε τον Βόσπορον και διά της Χρυσής Πύλης εισήλθε θριαμβευτικώς εις την πόλιν, όρθιος επί άρματος συρομένου από τεσσάρας ελέφαντας, λάφυρα και τούτους του πολέμου. Επροπορεύετο της πομπής, ενδοξότατον όλων των τροπαίων, το τίμιον ξύλον του Σταυρού, το οποίον παρέδωκεν ο Σιρόης εις τον Βασιλέα. Ο αυτοκράτωρ μετέβη εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας. Ο λαός ηκολούθει μετά αναμμένων λαμπάδων, βαΐων, φοινίκων και κλάδων ελαίας και έψαλλε τον θριαμβευτικόν ύμνον του Προφήτου·
Μεθ' ημών ο θεός, γνώτε έθνη και ηττάσθε, ότι μεθ' ημών ο θεός, Επακούσατε έως εσχάτων της γης, ότι μεθ' ημών ο θεός. Ισχύν τε ηττάσθε, ότι μεθ' ημών ο θεός. Εάν γαρ πάλιν ισχύσητε, και πάλιν ηττηθήσεσθε, ότι μεθ' ημών ο θεός. Και ην αν βουλήν βουλεύσητε, διασκεδάσει Κύριος, ότι μεθ' ημών ο θεός.
Ο θρίαμβος ούτος ήτο βεβαίως ο ενδοξότατος, και δικαιότατος όλων των από της ιδρύσεως του κράτους του Βυζαντίου τελεσθέντων.
Από τούδε το μέγα και φοβερόν κράτος των Περσών, των προαιωνίων εχθρών του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού, εταπεινώθη. Οι ολίγοι βασιλείς, όσοι μετά τον Χοσρόην εβασίλευσαν, ανήρχοντο εις τον θρόνον διά της προστασίας του εν Κωσταντινουπόλει βασιλέως. Οι Πέρσαι βασιλείς, οι μέχρι τούδε διεξάγοντες πόλεμον εξολοθρεύσεως κατά του χριστιανισμού, ανεγνώριζαν τώρα την υπεροχήν του. Ιδίως ο διά της προστασίας του Ηρακλείου ανελθών μετέπειτα εις τον θρόνον στρατηγός Σαρβαραζάς, ωνόμασε τον υιόν του Νικήταν, ως να ήτο χριστιανός και Έλλην. Ο Νικήτας ούτος, πρώτος εκ των Περσών έλαβε παρά του αυτοκράτορος Ηρακλείου την τιμητικήν προσωνυμίαν πατρικίου Ρωμαίου. Είχε δε ο Πέρσης ούτος βασιλεύς και κόρην, Νίκην ονομαζομένην, η οποία, αφού εβαπτίσθη χριστιανή, έγινε σύζυγος του βασιλόπαιδος Θεοδοσίου. Και οι Σέρβοι και οι Κροάται υπετάχθησαν τότε εις το κράτος και εδέχθησαν τον χριστιανισμόν.
Αλλ' η δόξα και η φήμη του Ηρακλείου εξηπλώθη και πέρα των ορίων του κράτους του και του Περσικού κράτους. Πάσα η Ανατολή και η Δύσις μετά θαυμασμού ητένιζαν προς τον ήρωα βασιλέα. Έν έτος μετά την επιστροφήν του εις Κωνσταντινούπολιν, το 629, ήλθαν πρέσβεις του βασιλέως των εν Γαλλία Φράγκων Δαγοβέρτου να συγχαρούν τον Ηράκλειον. διά τας νίκας του και να ζητήσουν την φιλίαν του. Ήλθαν δε πρέσβεις και από τας Ινδίας προς τον αυτόν σκοπόν. Εν μέσω του μεγαλείου τούτου και της δόξης και της αγάπης του λαού εμετριάζετο και η οδύνη, την οποίαν ως πατήρ ησθάνθη βεβαίως ο Ηράκλειος, όταν, επανελθών μετά πενταετή απουσίαν, δεν εύρε πλέον δύο θυγατέρας και δύο υιούς, αποθανόντας κατά την απουσίαν του.
ΙΔ'. — Η ύψωσις του Σταυρού.
Ο αυτοκράτωρ συνεπλήρωσεν ηθικώς και θρησκευτικώς τον μέγαν θρίαμβόν του, μεταβάς το επόμενον έτος κατά την άνοιξιν εις την Ιερουσαλήμ μετά του ξύλου του Σταυρού.
Εκεί αποκατέστησεν εις τον πατριαρχικόν θρόνον τον μετά δέκα και τεσσάρων ετών αιχμαλωσίαν επιστρέψαντα Πατριάρχην Ζαχαρίαν, εις κατανυκτικήν δε τελετήν έφερεν ο ίδιος αυτοκράτωρ επί των ώμων τον Τίμιον Σταυρόν, κατά το παράδειγμα του Σωτήρος, και τον παρέδωκεν εις τον πατριάρχην. Τότε δε έγινε, την 14 Σεπτεμβρίου του 629, η μέχρι της σήμερον υπό της Εκκλησίας εορταζομένη την ημέραν εκείνην ύψωσις του Σταυρού, εν μέσω ασμάτων και δοξολογιών.
_Σώσον, Κύριε, τον λαόν σον και ευλόγησον την κληρονομίαν σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και το σον φυλάττων διά του Σταυρού σου πολίτευμα.
Σταυρός ο φύλαξ πάσης της Οικουμένης· Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας· Σταυρός βασιλέων κραταίωμα και των πιστών στήριγμα._
Ολόκληρος η Ιερουσαλήμ, όπως το παρελθόν έτος η βασιλεύουσα, εσκίρτα από χαράν και αγαλλίασιν διά τα μεγάλα και ένδοξα, όσα μετά τας καταστροφάς, τας συμφοράς και τα δεινοπαθήματα έβλεπε τώρα τελούμενα υπό του Θεού διά του βασιλέως.
Καθώς είδαμεν, τας μεγαλειτέρας κακουργίας εναντίον της Αγίας Πόλεως και των Χριστιανών της Παλαιστίνης διέπραξαν οι Ιουδαίοι. Αλλ' ο αυτοκράτωρ ουδεμίαν αντεκδίκησιν επέτρεψεν εναντίον τούτων. Απηγόρευσεν όμως εις τους Ιουδαίους να κατοικούν εντός της Ιερουσαλήμ και εις τα περίχωρά της μέχρις αποστάσεως ενός μιλίου.
Από την Ιερουσαλήμ μετέβη ο αυτοκράτωρ εις την Συρίαν και έμεινεν εις την Ιεράπολιν και την Αντιόχειαν και εις άλλας πόλεις πέντε ολόκληρα έτη διά να διευθετήση εκκλησιαστικάς τινας έριδας. Αλλ' ενώ ευρίσκετο ακόμη εκεί, εφάνη νέος εχθρός νέας επιφέρων συμφοράς εις το κράτος. Ο νέος πολέμιος δεν επήρχετο εξ Ανατολών, αλλ' εκ Μεσημβρίας.
IE'. — Οι κατά των Αράβων πόλεμοι του Ηρακλείου.
Ενώ ο Ηράκλειος έκαμνεν έναρξιν της ενδόξου και αθανάτου εκστρατείας του εναντίον του Χοσρόου, ακριβώς το έτος 622 μ.Χ. εγίνετο εις την Αραβίαν από Μέκκας εις Μεδινάν η λεγομένη Χίδζρα ή Εγίρα, ήτοι η φυγή του Μωάμεθ, του ιδρυτού της απ' αυτού Μωαμεθανικής καλουμένης θρησκείας.
Η φυγή αυτή, η απαλλάξασα τον προφήτην των Μωαμεθανών από την μελετωμένην κατ' αυτού εις Μέκκαν επιβουλήν και από τον θάνατον, θεωρείται ως αληθής αρχή της Μωαμεθανικής θρησκείας ή της θρησκείας της μουσουλμανικής ή θρησκείας του Ισλάμ (= αφοσιώσεως εις τον Θεόν). Ούτως ωνόμασεν ο Μωάμεθ την υπ' αυτού κηρυχθείσαν πίστιν, εντεύθεν δε και οι του Ισλάμ οπαδοί ωνομάσθησαν και Μοσλέμ ή Μουσουλμάνοι, ήτοι οι πιστοί εις το Ισλάμ.
Κατ' αξιοσημείωτον σύμπτωσιν, το έτος κατά το οποίον ο Μωάμεθ παρέστη εν μέσω των Αράβων ως προφήτης και εκήρυξε το πρώτον την διδασκαλίαν του, ήτοι το 610 μ.Χ., είναι το αυτό έτος, κατά το οποίον ο Ηράκλειος ανήλθεν εις τον θρόνον. Μετά την Χίδζραν, ήτοι μετά το 622, ο Μωάμεθ κατά μικρόν διέδωκε το κήρυγμά του εις όλην την Αραβίαν, έπεμψε δε απεσταλμένους και προς τον Χοσρόην, προσκαλών αυτόν να δεχθή την νέαν πίστιν, αλλ' ο Χοσρόης υβριστικώς απέπεμψεν ή και εφόνευσε τους απεσταλμένους. Ο Μωάμεθ τον κατηράσθη και επροφήτευσε την πτώσιν του και την καταστροφήν του Περσικού κράτους. Το αληθές είναι ότι μετά την Χίδζραν ο Μωάμεθ, ενώ ακόμη ο Χοσρόης εφαίνετο νικητής, προείδε και ενέγραψεν εις το Κοράνιον ότι η νίκη έμελλε να επανέλθη εις τας σημαίας τωνΡουμ ή Ελλήνων. Έπεμψε δε ύστερον, πιθανώς το 629, και εις τον Ηράκλειον πρεσβείαν προσκαλών αυτόν να προσέλθη εις την πίστην του Ισλάμ. Ο αυτοκράτωρ εδέχθη μεν ευγενώς τους πρέσβεις και έπεμψε δώρα, αλλ' έδωκεν αρνητικήν απάντησιν.
Ο Ηράκλειος εφάνη εις τον Μωάμεθ ως όργανον του θεού πεμφθέν προς τιμωρίαν του ασεβούς Χοσρόου, και η υπό του στρατού του Ηρακλείου το 623 γενομένη απόσβεσις του ιερού πυρός εις την πόλιν του Ζωροάστρου συνεδέθη κατόπιν με την δοξασίαν ότι το πυρ εκείνο εσβέσθη την ημέραν της γεννήσεως του Μωάμεθ.
Ζώντος του Μωάμεθ ο εναντίον του Ηρακλείου πόλεμος περιωρίσθη εις μικράς τινας επιδρομάς εις τα προς την Αραβίαν σύνορα του κράτους. Αλλ' επί των πρώτων διαδόχων του Μωάμεθ (αποθανόντος το 632 μ.χ.), του Αβού Βεκρ (632 — 634), του Ωμάρ (634 — 644) και του Οσμάν (644 — 655) έγιναν μεγάλοι και φοβεροί πόλεμοι εναντίον του Ελληνορωμαϊκού και του Περσικού κράτους. Και το μεν Περσικόν κράτος ευθύς μετά δύο μάχας κατεστράφη εντελώς και οι Πέρσαι απηρνήθησαν την πυρολατρείαν και ησπάσθησαν τον Μωαμεθανισμόν. Κατά δε του Ελληνορωμαϊκού κράτους έγιναν πόλεμοι δεινοί εις την Παλαιστίνην και την Συρίαν.
Ο Ηράκλειος ευρίσκετο ακόμη εις την Συρίαν, ότε απειράριθμα στίφη Αράβων διεχύθησαν εις την Παλαιστίνην και κατέκλυσαν την χώραν. Ο Ηράκλειος απέστειλε κατά των επιδρομέων όλον τον υπάρχοντα εις την Συρίαν στρατόν υπό διαφόρους αρχηγούς πεπειραμένους. Αλλά τα ησκημένα εκείνα και εμπειροπόλεμα και τελειότερον οπλισμόν έχοντα στρατεύματα ενικώντο από τους νέους πολεμίους. Εις την νίκην των Αράβων συνετέλει, πλην του ότι ήσαν πολυπληθέστεροι, ο θρησκευτικός ενθουσιασμός. Οι αρχηγοί των Αράβων έλεγαν έτι της μάχης προς τους στρατιώτας: «Εμπρός, δηλαδή εις την συμπλοκήν και τον πόλεμον, είναι ο παράδεισος και ο Θεός, οπίσω δε, δηλαδή εις την φυγήν, είναι η κόλασις και ο διάβολος.»
Οι Άραβες ενικώντο ενίοτε, αλλά νικώμενοι ουδέποτε ετρέποντο εις φυγήν, θεωρούντες τούτο ως μέγα αμάρτημα, και εκ τούτου καθίσταντο κινδυνωδέστατοι πολέμιοι.
Ο Ηράκλειος βλέπων την ακατάσχετον πρόοδον των Αράβων επέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν διά να ενεργήση νέας πολεμικάς ετοιμασίας και να στείλη στόλον και στρατόν. Αλλ' εν τω μεταξύ οι Άραβες εκυρίευσαν πολλάς πόλεις της Συρίας, ιδίως την Δαμασκόν, εισέβαλαν δε και εις την Αίγυπτον. Και ο νέος στρατός, ο πεμφθείς από τον Ηράκλειον, ενικήθη, τότε δε εκυριεύθησαν και η Ιερουσαλήμ και η Αντιόχεια. Ούτως όλη σχεδόν η Συρία εντός τεσσάρων ή πέντε ετών κατελήφθη υπό των Αράβων, κατελήφθη δε και η Αίγυπτος πλην της Αλεξανδρείας, η οποία, ενόσω έζη ο Ηράκλειος, υπεστηρίζετο διά του στόλου. Αλλ' εν μέσω των φοβερών τούτων επιδρομών ο Ηράκλειος απέθανε την 11 Φεβρουαρίου 641, άγων το 66 έτος της ηλικίας και βασιλεύσας επέκεινα των 30 ετών, και ετάφη εις τον ναόν των Αγίων Αποστόλων, όπου εθάπτοντο συνήθως οι βασιλείς.
Ο Ηράκλειος είναι μία των μεγαλοπρεπεστάτων μορφών του μεσαιωνικού Ελληνισμού. Καθ' όλον τον βίον του ανέδειξεν εις ύψιστον βαθμόν ανεπτυγμένας τας ποικίλας αρετάς του ηρωικού χαρακτήρος του. Ακατάβλητος εις τας αποτυχίας, μεγαλόφρων προς τους νικωμένους εχθρούς, προπορευόμενος του στρατού εις τας μάχας και ανυψώνων το φρόνημά του με ποοσλαλιάς πλήρεις ηθικής και πολεμικής εξάρσεως, ανεδεικνύετο εφάμιλλος των ηρώων βασιλέων του Ομήρου. Όσον δε ανυπέρβλητος ήτο η ανδρεία του, τόσον είναι αξιοθαύμαστος διά την αφοσίωσίν του εις το καθήκον, διά την ηρωικήν του αυταπάρνησιν και, υπεράνω τούτων πάντων, διά το αγνόν θρησκευτικόν αίσθημα το διαπνέον ολόκληρον τον βίον του.
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου