Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Μουσικής Παιδεία 4 ( Σειρά Άρθρων )

4. ΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

Το πιάνο, το εκκλησιαστικό όργανο, το αρμόνιο.


Προηγούμενα αναφέραμε για τα διάφορα μουσικά όργανα προσπαθώντας να εξηγήσουμε τα κυριότερα που αποτελούν την ορχήστρα. Τονίσαμε ωστόσο πως πολλά από αυτά, εκτός από το ρόλο τους στη ορχήστρα, παίζονται και μόνα τους, σαν όργανα "σόλο", πρώτα από όλα τα έγχορδα, ιδίως τα βιολιά, οι βιόλες και τα βιολοντσέλα για τα οποία μεγάλοι συνθέτες έχουν γράψει αριστουργήματα. Αλλά και για τα πνευστά - πρώτα από όλα για το φλάουτο, καθώς και για μερικά άλλα έχουν γραφεί πολλά ωραία έργα που παίζουν στις συναυλίες μεγάλοι καλλιτέχνες, είτε μόνοι τους, είτε συνοδευόμενοι από την ορχήστρα, είτε από το πιάνο.
Το πιάνο. Και ποίος δεν ξέρει, δεν άκουσε, δεν είδε μια φορά ένα πιάνο ? Το βρίσκουμε παντού ! Στα σπίτια, στις σάλες συναυλιών, στα θέατρα, στα διάφορα κέντρα, κοσμικά και λαϊκά, αλλού σε μικρό σχήμα, "όρθια πιάνα", αλλού σε μεγάλο, "πιάνα με ουρά" όπως τα λένε, ή "πιάνα συναυλίας" ......   Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι και κοπέλες γεμίζουν τα ωδεία μαθαίνοντας, κατά προτίμηση, πιάνο. Οι στατιστικές, τουλάχιστον, δείχνουν πως οι περισσότεροι μαθητές των ωδείων φοιτούν στις τάξεις του πιάνου και του τραγουδιού, έπειτα του βιολιού και πιο λιγοστοί των άλλων οργάνων.
Αλλά τι είναι το πιάνο ? Πως και από που γεννήθηκε? Σε τι είδος όργανα θα το κατατάξουμε? Θα σας φανεί, ίσως παράξενο, αλλά έτσι είναι : Το πιάνο βασικά συγκαταλέγεται στα έγχορδα όργανα που παίζονται με πλήκτρο. Γιατί και αυτό αποτελείται από ένα "ηχείο" - μια μεγάλη πλάκα μεταλλική - που πάνω του είναι τεντωμένες οι χορδές για όλους τους τόνους, για όλες τις "φωνές", από δύο στις χαμηλές νότες, από τρις στις μεσαίες και πάνω, ως τις πιο ψηλές. Όμως, αντίθετα με τα άλλα όργανα που παίζονται με πλήκτρα, οι χορδές του πιάνου δεν δονούνται με το απ' ευθείας κτύπημα του εκτελεστού, αλλά με μια σειρά από πλήκτρα που, καθώς τα πατάνε τα δάκτυλα του εκτελεστού, βάζουν σε κίνηση ένα αρκετά πολύπλοκο μηχανισμό. Τη σειρά απ' αυτά τα πλήκτρα που είναι φτιαγμένα από ελεφαντοκόκαλο, τα λέμε "κλαβιατούρα". Με το πάτημα του πλήκτρου, ένα σφυράκι ντυμένο με τσόχα, χτυπάει την αντίστοιχη χορδή κι' έτσι παράγεται ο ήχος. Κάτω από το πιάνο, στα πόδια του εκτελεστή, συνδεδεμένα με όλο τον μηχανισμό, βρίσκονται δύο "πεντάλια". Το ένα, το δεξί, χρησιμεύει για να δυναμώνει και να παρατείνει, να κρατάει τον ήχο. Το άλλο, το αριστερό, αντίθετα για να περιορίζει τον ήχο μόνο σε μία χορδή κι' έτσι να τον κάνει πιο σιγανό, πιο απαλό, πιο γλυκό.
Το πιάνο, έτσι όπως το ξέρουμε σήμερα, μόλις στα τέλη του 18ου αιώνα διαμορφώθηκε και τελειοποιήθηκε κι' άρχισε πια η κυριαρχία του στη μουσική ζωή και η διάδοση του σ' όλο τον πολιτισμένο κόσμο, πράγμα που παρακίνησε τους πιο ονομαστούς συνθέτες να γράψουν άπειρα έργα για το βασιλιά αυτό των μουσικών οργάνων.
Αλλά για να φθάσει το πιάνο στη σημερινή του τέλεια μορφή, πέρασε από πολλές εξελίξεις και οι άμεσοι προγονοί του φθάνουν ως το Μεσαίωνα.
Αν όμως παραλείψουμε την "κλαβιατούρα"- τη σειρά από τα πλήκτρα - αν πούμε για μία στιγμή πως δεν υπάρχει, τότε θα μπορούσαμε να θεωρήσουνε για προγόνους του πιάνου μας όλα τα παλιά έγχορδα με πολλές χορδές που παίζονται με πλήκτρα, οπόταν η καταγωγή του χάνεται στα βάθη των αιώνων, αφού και η ελληνική λύρα και η αιγυπτιακή άρπα θα μπορούσαν να θεωρηθούν σαν μακρινοί πρόγονοι του πιάνου μας.
Μόλις τον 14ο αιώνα συναντούμε, πρώτα στην Αγγλία, έπειτα στη Γαλλία και στην Ισπανία, ένα έγχορδο όργανο με κλαβιατούρα που το λέγανε "εσικιέ". Έπειτα το 15ο αιώνα βρίσκουμε το "κλαβιχορδο" και το "κλαβικύμβαλο". Έπειτα, από το κλαβικύμβαλο, με διάφορες παραλλαγές και εξελίξεις δημιουργείται η "σπινέττα", όργανο μικρό, με περιορισμένο σχήμα. Ακολουθούν το "βιρζιναλ" ("παρθενικό" μεταφράζεται στα ελληνικά) κι' άλλα παραπλήσια όργανα που, με το καιρό και την εξέλιξη, έδωσαν ένα αρκετά τελειοποιημένο όργανο, το "κλαβεσέν" ή "κλαβιτσέμπαλο". Τέτοια παλιά αυθεντικά όργανα, φυλάγονται στα μεγάλα ευρωπαϊκά μουσεία και είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να τα δει κανείς να στέκονται εκεί αραδιασμένα, σαν μάρτυρες ενός περασμένου κόσμου, που με όλες τις αντιξοότητες της ζωής προσπαθούσε να βρει όλο και πιο τέλεια μέσα για να κάνει μουσική, για να εκφράσει τις ενδόμυχες σκέψεις του, της καρδιάς του και τους καημούς του.
Απ' όλα τα παλιά όργανα, μόνο το κλαβιτσέμπαλο παίζεται ακόμα και σήμερα - φτιαγμένο σύγχρονα, πάνω στα αχνάρια του παλιού - από μερικούς εκτελεστές που έχουν την γνώμη  πως σ' αυτό το όργανο  πρέπει να παίζονται τα έργα της παλιάς μουσικής, επειδή για αυτό το όργανο γράφτηκαν.
Ωστόσο, το κλαβιτσέμπαλο - ή κλαβεσέν - έχει ένα ήχο στεγνό και μονότονο που δεν μπορεί να συγκριθεί με τον ήχο του πιάνου, που αποδίδει θαυμάσια και αυτά τα παλιά έργα, αρκεί ο εκτελεστής να ξέρει  να τα παίζει στο σωστό τους ύφος.
Λέω "ήχο" του πιάνου, ενώ θα έπρεπε να πω "ήχους", γιατί το πιάνο είναι σαν μια ορχήστρα με το πλούτο των ήχων του που ένας καλός εκτελεστής ξέρει να πλάθει και να χρωματίζει. Χάριν σ'αυτόν το πλούτο, το πιάνο μπορεί να αποδώσει μ'ένα μονάχα εκτελεστή, αρμονικά σύνολα και πολυφωνικά έργα που για να εκτελεστούνε από άλλες ομάδες οργάνων θ'απαιτούσανε πολυάριθμους εκτελεστές. Αρκεί να ξέρει να το χειρισθεί ο εκτελεστής, ο πιανίστας, που εκτός από το ταλέντο του, την μόρφωσή του, τις γνώσεις του, πρέπει να κατέχει απόλυτα μία καθάρια τεχνική, όπου το πρώτο λόγο έχουν τα χέρια του, τα δάχτυλα του. Λέμε "αυτός ο πιανίστας έχει ωραίο τουσσέ". Τι θα πει αυτό? "Τουσσέ" ελληνικά θα πει "θίξι"-"άγγιγμα" . Είναι ο τρόπος που "θίγει", που "αγγίζει", αυτά τα κόκαλα, τα πλήκτρα της κλαβιατούρας για να ξυπνήσει την ψυχή του οργάνου, που υπακούει πειθήνια στις θελήσεις του πιανίστα. Ακούτε συχνά πιανίστες που σας θαμπώνουν (καμιά φορά και σας ξεκουφαίνουν) με την γρηγοράδα και την δύναμη που παίζουν, χωρίς να σας δίνουν καμιά συγκίνηση.  Κι'ακούτε άλλους που με την ομορφιά του ήχου τους, την ποικιλία και τα χρώματα που δίνουν σ'αυτόν τον ήχο, έτσι όπως τον πλάθουν, σας ξυπνούν κάτι μέσα σας, σας συγκινούν.
Κάποτε είπα σε μία γνωστή κυρία να πάει σ'ένα ρεσιτάλ πιάνου "Α! όχι- μου απήντησε- δεν μπορώ να ακούω πιάνο. Αρκετά το κοπανάει.......η κόρη μου...Κι'έπειτα δεν καταλαβαίνω από μουσική". Ωστόσο την ...έπεισα. Και πήγαμε μαζί. Στο διάλειμμα την είδα δακρυσμένη. "Μα αυτό δεν ήταν πιάνο- μου είπε. ¨Ήταν τραγούδι με εκατό φωνές". Αυτό είναι αγαπητοί Αναγνώστες : να κάνει ο πιανίστας - και κάθε μουσικός το όργανό του να τραγουδάει.  Κι'αν σας ανέφερα αυτό το μικρό παράδειγμα, είναι για να σας δείξω πως πρέπει να ακούτε το πιάνο, πως να ξεχωρίζετε τον καλό από τον κακό πιανίστα, χωρίς να θαμπώνεστε από γρηγοράδες και ...βαρειοκτυπήματα. 
Αλλά τώρα ας μιλήσουμε και για ένα άλλο όργανο που είναι πιο παλιό από το πιάνο αλλά δυστυχώς άγνωστο ή σχεδόν άγνωστο στην Ελλάδα, αν και καθώς μας λέει η ιστορία , σε ελληνική εφεύρεση οφείλεται. Εννοώ το μεγάλο εκκλησιαστικό "όργανο" που στην Αθήνα θα το δείτε μόνο στην εκκλησία των καθολικών και σε εκείνη των διαμαρτυρομένων. "Οργκ" το λέμε γαλλικά, "όργκαλ" γερμανικά που ελληνικά μεταφράζεται "όργανο". Και το λέμε απλώς "όργανο" γιατί είναι το κατ'εξοχήν όργανο, αφού περιλαμβάνει ήχους, φθόγγους μίας απέραντης μουσικής σκάλας κι'όλα τα χρώματα από τα άλλα, τα τόσο διαφορετικά όργανα.
Αυτό το όργανο ανήκει στην κατηγορία των πνευστών γιατί, αντί για χορδές έχει σωλήνες που με το μηχανισμό της κλαβιατούρας - τη σειρά από τα πλήκτρα που εξήγησα παραπάνω - δέχονται τεχνητό αέρα που τους δονούνε , έτσι όπως γίνεται η δόνηση στα πνευστά όργανα με την ανθρώπινη πνοή. 
Ένα τέτοιο όργανο που χρειάζεται ηχητικούς σωλήνες για κάθε νότα και για κάθε χρώμα, είναι, καθώς καταλαβαίνετε, πολύ μεγάλο, και απαιτεί ανάλογο χώρο. Γι'αυτό το όργανο το βρίσκουμε χτισμένο στις μεγάλες εκκλησίες της Δύσης, τόσο στις καθολικές, όσο και στις προτεσταντικές (διαμαρτυρομένων) όπου είναι απαραίτητο για τη λειτουργική υπηρεσία, αλλά και στις μεγάλες αίθουσες συναυλιών, επίσης χτισμένο, όπου η συμμετοχή του είναι απαραίτητη στην εκτέλεση μεγάλων θρησκευτικών έργων όπως είναι τα ορατόρια - θα μιλήσουμε αργότερα για το είδος αυτών των έργων. Δεν είναι σπάνιο όμως και μεγάλοι καλλιτέχνες του οργάνου - οργανίστες τους λέμε - να δίνουν ολόκληρα ρεσιτάλ με παλιά αλλά και νεώτερα έργα. Υπάρχουν και μερικές συμφωνικές συνθέσεις, όπου παράλληλα στην ορχήστρα, παίρνει μέρος και το όργανο.
Στο δεύτερο κιόλας π.χ. αιώνα, συναντούμε στην Ελλάδα και την Ιταλία πρωτόγονα όργανα με κλαβιατούρα που έβγαζαν τον ήχο με την πίεση του αέρα ή του νερού. Αναφέρεται πως εφευρέτης αυτού του υδραυλικού οργάνου είναι ο Κτησίβιος, το 170 προ Χριστού. Τέτοια ,πρωτόγονα, βέβαια όργανα, βρίσκουμε κυρίως στο Βυζάντιο, από τον 4ο αιώνα μ.χ. στο παλάτι των αυτοκρατόρων, στον ιππόδρομο, στις πλατείες, στα θέατρα, ακόμα και σε εκκλησίες, οπού όμως χρησίμευαν μόνο για να γυμνάζονται οι ψάλτες, ποτέ στη λειτουργία. Το γιατί η ορθόδοξη εκκλησία μας απέκλεισε εντελώς κάθε όργανο από τις ιεροτελεστίες της, θα το δούμε όταν έλθει η σειρά να μιλήσουμε για την βυζαντινή μουσική.
Βέβαια, αυτά τα όργανα ήταν ατελή και μικρά, για να μεταφέρονται εύκολα, μία και τα χρησιμοποιούσαν στα συμπόσια, στις διάφορες διασκεδάσεις, στις θεατρικές παραστάσεις. Το όργανο έμεινε στο Βυζάντιο ως την πτώση της Πόλης. Και το πιο παράξενο είναι πως το πρώτο όργανο που έφθασε στη Δύση ήταν φτιαγμένο στο Βυζάντιο και στάλθηκε ως δώρο από τον Κωνσταντίνο τον Κοπρώνυμο στο βασιλιά των Φράγκων Πεπίνο τον κοντό. Αυτό, έγινε τον 8ο αιώνα......
 Από τον 9ο μ.χ. αιώνα, το εκκλησιαστικό όργανο παίρνει μία μεγάλη εξέλιξη στη Γερμανία και στη Γαλλία, κυρίως από τους καλόγερους που το θεωρήσανε το πιο ταιριαστό όργανο για την εκκλησία και στο 12ο κιόλας αιώνα παίρνει τις γενικές γραμμές τις τεχνικής, της ηχητικής και του μηχανισμού του, που διατηρεί ακόμα ως σήμερα, μ'όλες τις σοβαρές τελειοποιήσεις που επήλθαν στο μεταξύ.
Η έκταση της ηχητικότητας του οργάνου είναι τεράστια, αρχίζει από τους πιο χαμηλούς φθόγγους π[ου προκαλούν π.χ. τα πιο βαθιά όργανα σαν το κοντραμπάσο ή τούμπα ή το κοντραφαγκότο, ως τους πιο υψηλούς, τους πιο "οξείς", που δίνουν τα βιολιά, τα φλάουτα, ακόμα και αυτό το πίκολο.
Και δεν είναι μόνο η έκταση της μουσικής του σκάλας, είναι και ο απέραντος πλούτος από ηχητικά χρώματα που αποδίδει το όργανο. Για κάθε νότα υπάρχουν πολύ ηχητικοί σωλήνες που ο καθένας τους, ανάλογα με τον τρόπο που δονείται, παράγει και διαφορετικό χρώμα ήχου- υπάρχουν σωλήνες που βγάζουν ήχους σαν έγχορδα όργανα, άλλοι που βγάζουν ήχους σαν φλάουτο, όμποε, φαγκότο, κόρνο κλπ.
Το εκκλησιαστικό όργανο δεν έχει μόνο μία κλαβιατούρα, όπως το πιάνο, αλλά τρεις, τέσσερις ή και περισσότερες, ανάλογα με το μέγεθός του και με το πλήθος των σωλήνων του. Γιατί, κάθε κόκαλο, κάθε πλήκτρο της κλαβιατούρας, δεν αντιστοιχεί μόνο σε μία νότα, αλλά και σε ένα ηχητικό χρώμα και , επομένως, όσο πιο πολύ είναι οι σωλήνες, τόσα πιο πολλά πρέπει να είναι και τα πλήκτρα κι'έτσι τοποθετούνται περισσότερες κλαβιατούρες στη σειρά, η μία πάνω από την άλλη, κλιμακωτά. Ακόμα και στα πιο μικρά σχετικώς όργανα, υπάρχουν τουλάχιστον δύο κλαβιατούρες. Δεξιά και αριστερά από τον εκτελεστή, υπάρχουν δύο μικρά έμβολα που ανοίγουν την διοχέτευση του αέρα προς το σώμα των ηχητικών σωλήνων με το πάτημα του εκτελεστή στο πλήκτρο της κλαβιατούρας. Εξ' άλλου χαμηλά, στη θέση που ακουμπάει τα πόδια του ο εκτελεστής, βρίσκεται το πεντάλ, που δεν έχει καμία σχέση με τα πεντάλια του πιάνου, γιατί το πεντάλ του οργάνου δεν χρησιμεύει για να μεγαλώσει ή να μικρύνει τον ήχο, όπως γίνεται στο πιάνο, αλλά για να ανοίξει και αυτό άλλους ηχητικούς σωλήνες, όπως κάνει και με τα δάκτυλα του χεριού του στα κοκάλα της κλαβιατούρας. Ξέχασα να σας πω    πως οι κλαβιατούρες του οργάνου λέγονται "μανουάλια" ( από την ιταλική λέξη mano=χέρι) επειδή παίζονται με τα χέρια, σε αντίθεση με τις νότες, με τους ήχους που παράγονται με το πάτημα στο πεντάλ   που γίνεται με το πόδι.
Το παλιό καιρό για να παιχθεί ένα όργανο, εκτός από τον εκτελεστή, χρειάζονταν και ένας βοηθός που κινούσε τον μηχανισμό για την διοχέτευση του αέρα στους ηχητικούς σωλήνες, καμία φορά και δύο βοηθοί. Σήμερα αυτοί οι βοηθοί έχουν αντικατασταθεί από τον ηλεκτρισμό που κανονίζει πιο απλά και πιο σίγουρα την απαραίτητη ποσότητα του αέρα.
Θαυμαστά αριστουργήματα έχουν γραφτεί για το όργανο, από τις πρώτες δοκιμές της πολυφωνικής μουσικής ως τα σήμερα, έργα τόσο για εκκλησιαστική μουσική, όσο και διάφορα άλλα, κι' ανάμεσα στους μεγάλους συνθέτες που γράψανε για το όργανο, ξεχωρίζει ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ, μία μεγάλη μορφή της μουσικής ιστορίας που κάποτε θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα.
Με τη σύντομη περιγραφή μου πιστεύω να κατάφερα να σας κάνω να καταλάβετε το μεγαλείο του οργάνου και την μεγαλειώδη απόδοση του. Όταν μπαίνουν σε κίνηση όλοι του οι ηχητικοί σωλήνες, τότε η ένταση του είναι τέτοια που σκεπάζει μία ολόκληρη ορχήστρα.
  Ένα άλλο όργανο με ηχητικούς σωλήνες, ανάλογο με το όργανο, αλλά πολύ πιο μικρό και με πολύ πιο απλό μηχανισμό, είναι το αρμόνιο.
Η κυριότερη διαφορά του από το όργανο, δεν έγκειται μόνο στο ότι είναι εύχρηστο και χάρη στο μικρό του όγκο μετατοπίζεται εύκολα, αλλά εδώ στο αρμόνιο, ο εκτελεστής μπορεί να κανονίσει και μόνος του την δυναμικότητα του ήχου του, κυρίως με την ένταση της διοχετεύσεως του αέρα που κανονίζει ο ίδιος με τα πόδια του, πατώντας δυνατά ή πιο ελαφριά το πεντάλ. Υπάρχουν όμως και μεγάλα αρμόνια, δυσμετακίνητα που μοιάζουν στο σχήμα και την τεχνική με το μεγάλο εκκλησιαστικό όργανο .Στην Ελλάδα χρησιμοποιούν το αρμόνιο για να αντικαταστήσουν το όργανο-φτωχή αντικατάσταση-εκεί που είναι απαραίτητο.

Μουσικής Παιδεία 3 ( Σειρά Άρθρων )

3. Η ΣΥΜΦΩΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ

Το όργανο με τις 100 φωνές - Διάφορα μουσικά όργανα : Έγχορδα, Πνευστά, Κρουστά.


Όπως σ' όλους τους λαούς του κόσμου συναντάμε χίλιους θρύλους για τη θειική προέλευση της μουσικής, έτσι βρίσκουμε άπειρες ιστορίες για την κατασκευή των πρώτων μουσικών οργάνων. Σε κάθε πρωτόγονο λαό θα βρούμε κάποια θεότητα που οδήγησε ή έφτιαξε η ίδια κάποιο μουσικό όργανο και σ' εμάς στους Έλληνες, είναι αληθινά γοητευτικές οι ιστορίες για την κατασκευή της πρώτης λύρας που έφτιαξε ο Ερμής τεντώνοντας χορδές από έντερα αρνιού στο κούφιο όστρακο μιας χελώνας, του πρώτου αυλού που έφτιαξε η Αθηνά και που έπειτα απόρριξε επειδή είδε ότι παίζοντας τον, φούσκωναν τα μαγουλά της και παραμορφώνονταν έτσι το ωραίο της πρόσωπο, της πρώτης κιθάρας που έφτιαξε ο Απόλλων, της πρώτης σύριγγας που ήταν έργο του Πάνα. Κι' ίσως ξέρετε την ιστορία του μουσικού "διαγωνισμού" ανάμεσα στον Απόλλωνα και στο σάτυρο Μαρσύα που πήρε τον απορριγμένο αυλό της Αθηνάς, κι' έμαθε να το παίζει τόσο καλά, ώστε θέλησε να παραβγεί με τον Απόλλωνα. Και, κατά το θρύλο, στην αρχή ο σάτυρος νίκησε το θεό. Όταν όμως ο Απόλλων συνόδευσε με τη λύρα  το τραγούδι του, τότε ο Μαρσύας ηττήθηκε και ο Απόλλων για να τον τιμωρήσει τον έγδαρε ζωντανό...
Τέτοιες ιστορίες για την κατασκευή των μουσικών πρώτων μουσικών οργάνων θα βρούμε σε όλους τους λαούς της γης, από τον πιο μακρινό βορρά ως το πιο χαμηλό νότο, στους λαούς της Αφρικής, της Αμερικής, της πιο μακρινής Ανατολής. Κι' όλες αυτές οι ιστορίες μας δείχνουν την σημασία που αποδίδανε, από τις πιο μακρινές σκοτεινές εποχές που χάνονται στα βάθη των αιώνων στη μουσική, όλοι οι πρωτόγονοι λαοί του κόσμου. Και δεν θα ήταν άσκοπο, κάποτε όταν έλθει η σειρά, να οδηγήσω τους αναγνώστες μου στην αρχαία Ελλάδα και να ιδούμε μαζί ποία και πόση σημασία αποδίδανε οι  μεγάλοι μας πρόγονοι στην θεϊκή αυτή τέχνη απ' όπου ξεπήδησε όλος εκείνος ο μεγάλος ελληνικός πολιτισμός που φώτισε όλο τον κόσμο.
Ας δούμε όμως σήμερα την εξέλιξη των μουσικών οργάνων για να μπορέσουμε να καταλάβουμε πιο εύκολα τη σύσταση της σημερινής μας ορχήστρας.
Απ' το τραγούδι, την μελωδία και το ρυθμό ξεκίνησε ο άνθρωπος για να φτιάξει τα μουσικά του όργανα κι' ίσως η νίκη του Απόλλωνα με το τραγούδι του να είναι ένα σύμβολο που μας δείχνει την υπεροχή της ανθρώπινης φωνής πάνω στην ενόργανη μουσική. Σήμερα, άλλωστε, όταν θέλουμε να εξάρουμε έναν πιανίστα, έναν βιολιστή, έναν αρχιμουσικό ακόμα, δεν λέμε πως κάνει το πιάνο ή το βιολί ή την ορχήστρα του να "τραγουδάει!".
Απ' το τραγούδι λοιπόν ξεκινάει η κατασκευή του πρώτου οργάνου που είναι το πνευστό όργανο, ένα καλάμι, ένας σωλήνας που ο άνθρωπος χρησιμοποιεί για να δυναμώσει, να παρατείνει, να τεντώσει την φωνή του. Κι' αυτό το καλάμι, γίνεται με το καιρό φλάουτο, κλαρίνο, σάλπιγγα, όμποε.......
Απ' την άλλη μεριά, για να κρατήσει το ρυθμό της μελωδίας χρησιμοποιεί, έπειτα από τη φωνή, το άλλο όργανο που του έδωσε η φύση : τα χέρια του. Με τα χέρια κτυπάει το ρυθμό. Αυτό είναι το πρώτο κρουστό όργανο, που αργότερα θα γίνει τύμπανο, περνώντας από διάφορες εξελίξεις .
Όσο για τα έγχορδα πρέπει να παραδεχθούμε πως η πρώτη τους μορφή ήταν το τόξο που χρησιμεύει στον κυνηγό για να ρίξει το βέλος του. Δεν θυμάμαι ποίος εξερευνητής διηγιέται πως σήμερα ακόμα, οι Κάφροι και οι Νέγροι της νότιας και δυτικής Αφρικής λένε πως "παίζουν τόξο" όταν παίζουν τα πρωτόγονα όργανα τους.
Και έτσι έχουμε τα πρότυπα για τις τρεις κατηγορίες, τα τρία είδη, σαν να λέμε, για τα σημερινά μας όργανα : Πνευστά, κρουστά και έγχορδα, μόνο που από αιώνες, τόσο στην προκλασική, στην κλασική, όσο και στην σημερινή μουσική, είναι τα έγχορδα που παίζουν τον πιο σπουδαίο ρόλο. Χωρίζουμε πάλι τα έγχορδα όργανα σε τρεις κατηγορίες: σε εκείνα που παίζονται με δοξάρι, σε εκείνα που παίζονται με πλήκτρα και σε εκείνα που βγάζουν τον ήχο μόνο με τα δάκτυλα του εκτελεστή.
Ψυχή και καρδιά της ορχήστρας, τόσο της σημερινής, όσο και της παλιάς, της κλασικής και προκλασικής ορχήστρας, ακόμα περισσότερο μάλιστα της παλιάς είναι τα έγχορδα που παίζονται με δοξάρι.
Για να νοιώσουμε καλύτερα τι είναι αυτό που λέμε συμφωνική ορχήστρα, πρέπει πάλι να ανατρέξουμε, για παράδειγμα στο τραγούδι, αλλά στο πολυφωνικό τραγούδι, σε μια χορωδία, ας πούμε, με πέντε, έξη, δέκα φωνές : πρώτη, δεύτερη, κλπ. που κάθε μια τραγουδάει μια άλλη, ταιριαστή βέβαια, μελωδία. Η πρώτη φωνή κρατάει κυρίως την πρώτη, τη βασική μελωδία, οι άλλες συνοδεύουν, συνταιριάζουν.
Έτσι πρέπει να δούμε και την ορχήστρα με τις τόσες "φωνές" της, λογαριάζοντας σαν πρώτη και καλύτερη, σαν βάση της, τις φωνές από τα έγχορδα που σήμερα είναι τα βιολιά, οι βιόλες, τα βιολοντσέλα και τα κοντραμπάσα. Ατενίζοντας αντικριστά μια ορχήστρα, βλέπετε αριστερά τα πρώτα βιολιά, έπειτα αμέσως τα δεύτερα, δεξιά τις βιόλες και τα βιολοντσέλα και λίγο πιο πίσω από αυτά τα κοντραμπάσα. Στη πραγματικότητα, βιολιά, βιόλες, βιολοντσέλα και κοντραμπάσα, δεν έχουν διαφορά παρά μονάχα στο μέγεθος- με τον ίδιο τρόπο παίζονται και ο μηχανισμός τους έχει ακριβώς τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά, μόνο που, που έχουν αρκετή διαφορά στον ήχο τους : Η βιόλα έχει πιο βαρύ ήχο από το βιολί, το βιολοντσέλο ακόμη πιο βαρύ, αλλά πάρα πολύ γλυκό και φωτεινό και το κοντραμπάσο, που είναι το πιο μεγάλο έγχορδο, είναι με το βαρύ του ήχο, ο "μπάσος" όχι μόνο των εγχόρδων, αλλά και όλης της ορχήστρας. Και τα τέσσερα αυτά έγχορδα έχουν τέσσερις χορδές που, κουρντισμένες ανάλογα, ζωντανεύουν κάτω από το δοξάρι του καλλιτέχνη ειδών-ειδών μουσικούς ήχους. Και τα τέσσερα αυτά έγχορδα παί9ζονται με δοξάρι, το βιολί και η βιόλα ακουμπισμένα στον ώμο του μουσικού, το βιολοντσέλο, επειδή είναι πιο μεγάλο, στηριγμένο στο έδαφος και ακουμπώντας στα γόνατα του εκτελεστή, το ίδιο και το κοντραμπάσο, που είναι ακόμη πιο μεγάλο. Κι' αυτό στο έδαφος στηρίζεται, αλλά ο εκτελεστής το παίζει όρθιος ή καθισμένος σε μια ψηλή καρέκλα.
Υπήρχαν τον παλιό καιρό πολλά έγχορδα όργανα και είναι απέραντη η ιστορία εξέλιξης τους, ούτε και θα μπορούσε κανείς να πει με ακρίβεια ποίος τα τελειοποίησε, ποίος τους έδωσε την σημερινή οριστική μορφή τους.
Φαίνεται όμως πως οι διάφορες αυτές εξελίξεις έγιναν ανάμεσα στο 1480 ως το 1530, αλλά αυτοί που τους δώσανε μιαν αξεπέραστη τελειότητα, ήταν οι περίφημοι Ιταλοί κατασκευαστές εγχόρδων στο τέλος του 17ου αιώνα και στις αρχές του 18ου.
Θα έχετε ακούσει ίσως για ένα βιολί "Στραντιβάριους"? Αντώνιος Στραντιβάρι ήταν ένας περίφημος κατασκευαστής βιολιών. Το ίδιο ο Αμάτι και ο Γκουαρνιέρι. Τέτοια παλιά βιολιά σώζονται σήμερα ελάχιστα και στοιχίζουν αμύθητα ποσά, μπορεί ένα αληθινό παλιό Στραντιβάριους να ξεπεράσει και τις 100000 δολάρια (τιμές 1960). Και κανένας ως σήμερα δεν μπόρεσε να ανακαλύψει το μυστικό της τελειότητας της κατασκευής τους που κάνει τον ήχο τους τόσο γλυκό και τόσο πλαστικό.
Το βιολί και όλα τα έγχορδα παίζονται καθώς είδαμε με δοξάρι, αλλά πολλές φορές, ο εκτελεστής, για να πετύχει μερικούς χαρακτηριστικούς χρωματισμούς, μεταχειρίζεται και άλλους τρόπους. Οι κυριότεροι είναι : το "πιτσικάτο" όπου ο εκτελεστής, αντί με δοξάρι, χτυπάει ή μάλλον "τσιμπάει" τις χορδές με τα δάκτυλα του και βγάζει ήχους που μοιάζουν με τον ήχο της κιθάρας. Έπειτα είναι το "τρέμολο" όπου ο εκτελεστής  προστρίβει το δοξάρι στη χορδή πάρα πολύ γοργά και έτσι βγάζει ένα ήχο τρεμουλιαστό. Ακόμα έχουμε το "φλαουτάτο" όπου ο εκτελεστής, με κατάλληλη επαφή των δακτύλων του αριστερού του χεριού, πετυχαίνει ήχους γλυκύτατους που μοιάζουν με του φλάουτου, τον τρόπο "κολ λένιο" ( που θα πει "με το ξύλο") όπου ο εκτελεστής αντί να παράγει τον ήχο τρίβοντας τις χορδές  με τις τρίχες του δοξαριού, τις κτυπάει ανάποδα, με το ξύλο του δοξαριού και τότε βγαίνει ένας ήχος πιο ξερός, σαν ακριβώς, από ξύλο. Υπάρχουν και άλλοι τρόποι που χρησιμοποιούνται για να πλουτίσουν τον ήχο κι' ας μη ξεχνούμε και τη " σουρντίνα", το μικρό εκείνο ξύλινο ή μεταλλικό σκεπασματάκι που ο εκτελεστής βάζει πάνω στον καβαλάρη του βιολιού - ή των άλλων εγχόρδων - για να ελάττωση τον ήχο, αλλά και να τον κάνει πιο γλυκό, πιο σκοτεινό, πιο μελαγχολικό. Φυσικά, όλοι αυτοί οι τρόποι ορίζονται από τον συνθέτη του έργου που εκτελούνται και εξαρτιόνται από το ταλέντο, από την τέχνη, από τη ψυχή του εκτελεστή να τους χρησιμοποιήσει όσο το δυνατόν πιο ωραία.
Αυτά είναι τα έγχορδα όργανα της συμφωνικής ορχήστρας που όμως παίζονται κι' όξω από την ορχήστρα, μόνα τους, ιδίως το βιολί και το βιολοντσέλο, για τα οποία πολλοί μεγάλοι συνθέτες, παλιοί και νεώτεροι, έχουν γράψει αθάνατα έργα. Εκτός όμως από αυτά τα έγχορδα, έχουμε και άλλα που παίζονται, είτε με δοξάρι, είτε με πλήκτρο, όπως είναι για παράδειγμα η Κρητική λύρα, το ούτι ( με δοξάρι ),το μαντολίνο, η μαντόλα, το τσίτερ, το σαντούρι ( με πλήκτρα ) που θα μας απασχολήσουν όταν μιλήσουμε για την " λαϊκή μουσική " Κι' έχουμε και άλλα έγχορδα που παίζονται μόνο με τα δάχτυλα, όπως είναι η κιθάρα, η ρωσική μπαλαλάικα και, το πιο ωραίο απ' όλα, η άρπα που έχει αρχαιότατη καταγωγή - την ήξεραν και οι Αιγύπτιοι χιλιάδες χρόνια προ Χριστού - και που έπειτα από διάφορες εξελίξεις, πήρε την σημερινή της μορφή, τελειοποιημένη από το Γάλλο κατασκευαστή Εράρ και συνάμα την θέση της - θέση πολύ σημαντική στην συμφωνική ορχήστρα.
Στα έγχορδα όργανα που παίζονται με πλήκτρα συγκαταλέγεται και το πιάνο, που όμως έχει τόση ιστορία και τέτοια σημασία στο σύνολο των μουσικών οργάνων και σ' όλη την εξέλιξη της μουσικής που πρέπει να του αφιερώσουμε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο.
Τώρα ας ξανάρθουμε στα όργανα της ορχήστρας. Πίσω από τις ομάδες των εγχόρδων, βλέπουμε τα " πνευστά " όργανα που τα ονομάζουμε έτσι, "πνευστά", επειδή παράγουν τον ήχο με την πνοή του ανθρώπου ή με μηχανική πίεση του αέρα, ανάλογη με την ανθρώπινη πνοή.
Τα πνευστά όργανα χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες : στα ξύλινα που το ηχητικό τους σώμα είναι φτιαγμένο από ξύλο, και στα χάλκινα που το ηχητικό τους σώμα είναι φτιαγμένο από χαλκό. Φλάουτα, όμποε, όμποε ντ' αμόρε ( παλιό όργανο που όμως χρησιμοποιείται και σήμερα και έχει πιο βαθύ και πιο γλυκό ήχο απ' εκείνο του όμποε), κλαρίνα, φαγκόττα, αγγλικά κόρνα ανήκουν στα ξύλινα πνευστά, ενώ τα κόρνα, οι σάλπιγγες, τα τρομπόνια και άλλα διάφορα όργανα που χρησιμοποιούνται, τόσο στις μπάντες όσο και στις ορχήστρες, είναι φτιαγμένα από χαλκό και γι' αυτό τα λέμε χάλκινα πνευστά.
Δεν θα ήταν δυνατόν και ούτε χρήσιμο να περιγράψω όλες τις ποικιλίες αυτών των οργάνων, το τρόπο της κατασκευής τους, το μηχανισμό τους και τον ήχο τους - θα χρειαζόμασταν ένα ολόκληρο τόμο και , εξ' άλλου, αυτές οι λεπτομέρειες ενδιαφέρουν κυρίως τους σπουδαστές των ανωτέρων θεωρητικών μαθημάτων της μουσικής που σκοπεύουν να επιδοθούν στη σύνθεση και, φυσικά, για να γράψουν μουσική, πρέπει να ξέρουν καλά τα όργανα που θα χρησιμοποιήσουν.
Ο πλούτος όμως από όλες αυτές τις "φωνές" - τους ήχους - σας δείχνει πόσο μεγαλειώδες είναι αυτό το όργανο που λέγεται "ορχήστρα" και τι θαύματα πετυχαίνει. Ωστόσο, θα πούμε λίγα λόγια για το φλάουτο και για ένα άλλο γνωστό σας όργανο, το σαξόφωνο.
Το φλάουτο, που εξελίχθηκε από τον πρωτόγονο αυλό, αποτελείται από ένα ηχητικό κύλινδρο ξύλινο ή μεταλλικό ( στα νεώτερα φλάουτα) με πολλές τρύπες που ανοιγοκλείνουν με τα διάφορα κλειδιά που χειρίζεται ο εκτελεστής. Είναι όργανο με πολλές δυνατότητες γιατί έχει μεγάλη έκταση και ευστροφία καθώς και ηχητική ποικιλία.
Στα παλιά χρόνια, πριν από δύο ή τρεις αιώνες από σήμερα, το φλάουτο ήταν εξαιρετικά της "μόδας", διαδεδομένο σε όλα τα αριστοκρατικά σαλόνια όπου το παίζανε πολλοί ερασιτέχνες, άντρες και γυναίκες, έτσι όπως σήμερα είναι διαδεδομένο το πιάνο. Ανάμεσα σε αυτούς τους φίλους του φλάουτο, περίφημος εκτελεστής ήταν και ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος ο μέγας, που μάλιστα έχει γράψει και συνθέσεις για φλάουτο.
Στη συμφωνική ορχήστρα σήμερα χρησιμοποιείται εκτός από το μεγάλο φλάουτο και το μικρό, το "πίκολο", καθώς το λένε, που έχει ήχο πιο ψιλό, κάπως διαπεραστικό. Ελληνικά στην καθαρεύουσα ονομάσανε το φλάουτο "πλαγίαυλο" επειδή ο εκτελεστής δεν το κρατάει κάθετα προς το σώμα του, αλλά πλάγια.  Με τον ίδιο τρόπο αποπειράθηκαν να βαφτίσουν το κλαρίνο "ευθύαυλο" - επειδή ο εκτελεστής το κρατάει ίσια μπροστά του - το όμποε "βαρύαυλο", αλλά επικράτησαν οι ιταλικές ονομασίες. Σχετικά με τις ονομασίες να και ένα παράξενο - το αγγλικό κόρνο ( κόρνο ινγκλέζε) οι Άγγλοι το λένε "φρέντς χορν" δηλαδή .......γαλλικό κόρνο.
Όσο για το σαξόφωνο, αυτό είναι ένα νεώτερο όργανο - θα το έλεγα "φτιαχτό", επειδή δεν προέρχεται από την εξέλιξη άλλων, παλιών οργάνων, όπως συμβαίνει με όλα τα άλλα όργανα - και πρωτοφάνηκε μόλις το 1840, φτιαγμένο από τον περίφημο βέλγο κατασκευαστή μουσικών οργάνων ( κυρίως κλαρίνων) Αδόλφο Σαξ.
Είναι ένα όργανο "αμφίβιο", ανάμεσα στα ξύλινα και στα χάλκινα πνευστά - το περιστόμιο του, ο μηχανισμός , το σχήμα του, το κατατάσσουν στα ξύλινα, ενώ το όλο υλικό του, χάλκινο, το κάνει να ανήκει στα χάλκινα.
Έχουμε πολλών ειδών σαξόφωνα - σαξόφωνο σοπράνο, σαξόφωνο τενόρε, σαξόφωνο βαρύτονο, σαξόφωνο μπάσο, σαξόφωνο κοντραμπάσο, σαξόφωνο πίκολο κλπ. Τα σαξόφωνα τον περασμένο αιώνα τα χρησιμοποιούσαν κυρίως στις μπάντες και σπανιότατα στις συμφωνικές ορχήστρες, έπειτα πήραν τη θέση τους στη τζαζ. Σήμερα, νεώτεροι συνθέτες, χρησιμοποιούν τα σαξόφωνα και σε πολλά συμφωνικά ακόμη έργα.
Μένει να μιλήσουμε για τα κρουστά όργανα που είναι τα πιο θορυβωδικά και χρησιμεύουν για ρυθμικές επικρούσεις, αλλά και για να δίνουν, σε ορισμένες στιγμές, χρώμα, έκφραση, δύναμη, ποικιλία, χαρακτήρα, στο μουσικό κομμάτι που εκτελεί η ορχήστρα. Έχουμε άπειρα κρουστά όργανα - τύμπανά, μεγάλα και μικρά, το μεγάλο λέγεται "γκραν κάσσα" - κύμβαλα που στη μουσική γλώσσα τα λέμε "πιάτα", καμπάνες, ταμ-τάμ, ξυλόφωνα, ντέφια, τρίγωνα καστανιέτες και ένα σωρό άλλα που πλουτίζουν την ορχήστρα. Ένα εξαιρετικά ωραίο κρουστό όργανο είναι η τσελέστα. Όσοι πηγαίνετε στις συναυλίες θα προσέξατε ένα όργανο που μοιάζει με μικρό πιάνο. Είναι η τσελέστα που όμως αντί για χορδές έχει πλάκες από ένα μίγμα με πεπιεσμένο υδράργυρο που βγάζει ένα αγγελικό αργυρόηχο ήχο που θυμίζει κάπως τα φλαουτάτα του βιολιού. Η τσελέστα είναι σχετικά νεώτερό όργανο που χρησιμοποιούν σήμερα πολλοί συνθέτες, όχι όμως ακριβώς σαν τα άλλα κρουστά, για ρυθμικές εντάσεις, αλλά μάλλον με το τρόπο που χρησιμοποιούν στην ορχήστρα την άρπα.
Και έτσι τώρα έχετε μια εικόνα από το "όργανο με τις εκατό φωνές" που είναι η ορχήστρα Και όμως δεν τελειώνουμε ως εδώ με τα ηχητικά θαύματα που κατασκεύασαν τα ανθρώπινα χέρια. Υπάρχει ακόμα το πιάνο κι" ένα άλλο θαυμάσιο όργανο, το μεγάλο "εκκλησιαστικό όργανο" που θα μας απασχολήσουν στη συνέχεια.