Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

Μουσικής Παιδεία 22 ( Σειρά Άρθρων )


Η Γερμανική όπερα

Ριχάρδος Βάγκνερ (συνέχεια)

 

Η πολυτάραχη εφηβεία

 

Μεγαλώνει ο μικρός Ρίχαρντ…Ο πατριός του που αποκαλούσε «πατέρα», πεθαίνει στα τέλη του 1821. Η μητέρα και τα μεγαλύτερα αδέλφια, φροντίζουν για την ανατροφή και τη μόρφωση του. Είναι ένα παιδί γερό, έξυπνο, εύθυμο. Λατρεύει τη μητέρα του, τις αδελφές του τα ζώα. Αλλά πότε είναι ο πρώτος της τάξης, πότε ο τελευταίος… Σιχαίνεται τα μαθηματικά και τα λατινικά, δείχνει μεγάλη επίδοση στη μυθολογία, την ιστορία, τη σύνταξη, τις εκθέσεις. Καμιά κλίση στη μουσική. Οι οικογένεια, στο μεταξύ,έχει εγκατασταθεί στη Δρέσδη. Και στη Δρέσδη, ο μικρός Ρίχαρντ πρωτοβλέπει, πρωτακούει τον Καρλ φον Μαρία Βέμπερ να διευθύνει στην όπερα τον «Ελεύθερο σκοπευτή» του. Ο μικρός μένει έκθαμβος. Στα μάτια του, αυτός ο χλωμός, ο αδύνατος, ο κουτσός αρχιμουσικός, φαίνεται σαν ένα υπερκόσμιο ον, μοναδικό, καταπληκτικό, ζωντανό παράδειγμα του τι μπορεί και πρέπει να γίνει ένας άνθρωπος. «Ούτε βασιλιάς, ούτε αυτοκράτορας, αλλά να είσαι εκεί, όρθιός, να διευθύνεις την ορχήστρα σου» συλλογιέται το δεκαπεντάχρονο αγόρι. Και τσακίζεται στο πιάνο, προσπαθώντας να παίξει την Εισαγωγή από το «Φράϊσουτς».

Karl Maria von Weber : Der Freitschoutz, Overture - 10 min.
 
Όταν το καταφέρνει, είναι έξαλλος από χαρά. Αλλά, ακόμα, μέσα του δεν έχει ξεκαθαρίσει σε τι θα επιδοθεί. Γράφει ποιήματα, ζωγραφίζει, διαβάζει, τρελαίνεται για τον Σαίξσπηρ και για τον Όμηρο, μεταφράζει την Οδύσσεια, γράφει ένα έμμετρο δράμα με θέμα τον Ηρακλή, πάνω στα σαικσπηρικά μοντέλα, όπου 24 πρόσωπα σκοτώνονται για να ….ξαναφανούν στην τελευταία πράξη σαν φαντάσματα….

Τελειώνει το γυμνάσιο με αρκετή δυσκολία, αλλάζοντας σχολεία και τόπους διαμονής – η μητέρα του έχει εγκατασταθεί στη Πράγα όπου δυο αδελφές του είναι αγκαζαρισμένες η μια στο θέατρο, η άλλη στην όπερα – γυρίζει μόνος του στη Λειψία όπου εγκαθίσταται, φτωχός φοιτητής, σε μια σοφίτα, όταν μια μέρα μπαίνει στη φημισμένη αίθουσα συναυλιών, το «Γκεβαντχάουζ», και ακούει την εβδόμη Συμφωνία και την Εισαγωγή του «Έγκμοντ» του Μπετόβεν.  



 
Beethoven : Egmont, Overture - 11 min.

Δοκιμάζει τέτοια έκπληξη, τέτοια συγκίνηση που γυρίζει άρρωστος με πυρετό. Τον συγκλονίζει η αποκάλυψη. Ο έφηβός έχει βγει από την χρυσαλλίδα του, ξεδιπλώνει τις φτερούγες του: γεννιέται στο μαγικό κόσμο των ήχων. Δίπλα στα παλιά του είδωλα, τοποθετεί το νέο του θεό, για τη ζωή του, το έργο του, την κουφαμάρα του, τον θάνατο του. Πηγαίνει και ακούει την Ενάτη. Έπειτα το «Φιντέλιο».

Beethoven : Symphony No. 9 (selection, choral) - 13 min.

Beethoven : Fidelio, Overture - 7 min.


Παθαίνεται, κλαίει, βλέπει το Μπετόβεν στον ύπνο του, του μιλάει, ξυπνάει λουσμένος στα δάκρυα. Αλλά το παράξενο είναι πως δεν του έρχεται καθόλου στο νου να μάθει ένα όργανο. Μοναδικός πόθος του νεαρού Ρίχαρντ είναι να μάθει να συνθέτει. Αυτό που θέλει να εκφράσει είναι πάρα πολύ δυνατό, πάρα πολύ πολύπλοκο, για να περιορισθεί στα πλήκτρα του πιάνου ή στις τέσσερες χορδές του βιολιού. Του χρειάζεται ο όγκος της ορχήστρας, οι συνδυασμοί από διαφόρους ήχους, από τα χρώματα όλων των οργάνων. Αγοράζει επί πιστώσει διάφορα μουσικά διδακτικά βιβλία. Περνάει νύχτες, αντιγράφοντας τις συμφωνίες του Μπετόβεν. Η μητέρα του δεν ξέρει  πώς να πληρώσει τα διάφορα χρέη του γιού της. Δεν ξέρει τι θα απογίνει αυτός ο «άτσαλος» γιός της. Στο μεταξύ, ο νεαρός Ρίχαρντ αρχίζει να συνθέτει χωρίς να ξέρει τίποτα από τη τέχνη, από την τεχνική του μουσικού. Γρήγορα όμως αντιλαμβάνεται το λάθος του και ρίχνεται στη σοβαρή μελέτη, από σοβαρούς δασκάλους. Μέσα σε έξη μήνες μαθαίνει όλους τους τεχνικούς κανόνες. Συνάμα ακολουθεί και μαθήματα φιλοσοφίας και αισθητικής στο Πανεπιστήμιο. Τέλος, το 1833 έχει έτοιμη την πρώτη του όπερα τις «Νεράϊδες». Είναι 20 ετών. Δεν έχει γνωρίσει ακόμη τον έρωτα. Μικρές, ασήμαντες, φευγαλέες συγκινήσεις. Όλο το πάθος, η φλόγα που καίει το νεαρό Ρίχαρντ είναι η μουσική, η δημιουργία, η φιλοδοξία. Μάταιες προσπάθειες όμως: Οι «Νεράϊδες» δεν γίνονται δεκτές σε κανένα θέατρο. Ήταν γραφτό, αυτή η όπερα του, να πρωτοπαιχτεί μετά το θάνατο του, το 1888, στο Μόναχο, χωρίς επιτυχία. Άλλωστε δεν είναι ακόμα ο Βάγκνερ που θα κυριαρχήσει αργότερα. Οι «Νεράϊδες» είναι γραμμένες πάνω σε ένα μύθο του Ιταλού ποιητή Κάρλο Γκότσι δραματοποιημένο ελεύθερα από τον ίδιο το Βάγκνερ.

 

 Wagner : Die Feen , Overture - 11 min.

Συνθέτης – αρχιμουσικός – ποιητής.

 

Φτωχός είναι ο Βάγκνερ. Πρέπει να δουλέψει, να κερδίσει το ψωμί του. Αναγκάζεται να δεχθεί θέση αρχιμουσικού σε διάφορα επαρχιακά θέατρα και να διευθύνει ιταλικές και άλλες όπερες που δεν τον ενδιαφέρουν καθόλου. Αρχίζει από το Μάγκντενμπουργκ, όπου γνωρίζεται με μια ηθοποιό, την Μίνα Πάλμερ, την ερωτεύεται με πάθος, την ακολουθεί στην Καινιξμπεργκ, οπού παίρνει πάλι την θέση του μαέστρου και την παντρεύεται. Ζωή γεμάτη αγωνία και προσπάθεια. Πετυχαίνει πάλι θέση μαέστρου στη Ρίγα όπου το ζεύγος Βάγκνερ μένει ως το 1839. Εκεί, γράφει το πρώτο μεγάλο του έργο, τον «Ριέντσι» πεντάπρακτη όπερα πάνω σε δικό του κείμενο, εμπνευσμένο από την αρχαία Ρώμη :  Ο Ριέντσι είναι ο τελευταίος δήμαρχος-προστάτης του ρωμαϊκού λαού που παίρνει μέρος σε μια λαϊκή εξέγερση και σκοτώνεται για την ανεξαρτησία. Ωστόσο, ούτε εδώ είναι ακόμα ο πραγματικός Βάγκνερ.


Wagner :  Rienzi,the last tribune, overture - 9 min.



Η μουσική του «Ριέντσι» είναι γραμμένη ακόμα πάνω στα ιταλικά πρότυπα και στην ιστορική όπερα που τότε θριάμβευε στο Παρίσι. Και, ακριβώς, αυτό κάνει το Βάγκνερ να στραφεί προς την γαλλική πρωτεύουσα που τότε ήταν το πιο μεγάλο μουσικό κέντρο της Ευρώπης. Και παίρνει την μεγάλη απόφαση : Αφήνει τη Ρίγα και μαζί με τη γυναίκα του και το σκύλο του ξεκινάει για το Παρίσι, με ελάχιστα χρήματα – πούλησε ότι είχε και δεν είχε, αφήνοντας πίσω του τόσα χρέη, ώστε να αναγκαστεί να φύγει κρυφά ! Περιπετειώδες ταξίδι με ένα ιστιοφόρο που τραβούσε προς το Λονδίνο και που βάσταξε πάνω από τρείς βδομάδες ! Λίγο έλειψε να πνιγούν….. Αλλά μέσα στη φρικτή τρικυμία που συναντούν, ο Ριχάρδος Βάγκνερ συλλαμβάνει την έμπνευση του «Ιπτάμενου Ολλανδού» του καταραμένου καπετάνιου που είναι καταδικασμένος να περιπλανιέται αδιάκοπα στις θάλασσες, ώσπου να βρει την πιστή γυναίκα που θα λύσει την κατάρα…..

Τέλος, στις 16 Σεπτεμβρίου 1839, φθάνουν στο Παρίσι, όπου όμως, αντί την επιτυχία που ονειρεύονταν, ο Βάγκνερ περνάει τα πιο τραγικά, τα πιο σκληρά χρόνια της ζωής του. Με όλη την υποστήριξη που του έκαναν οι μουσικοί, στάθηκε αδύνατον να δεχθούν στην όπερα τον «Ριέντσι». Το ζεύγος Βάγκνερ κατάντησε στην εσχάτη «ένδεια» : Εκείνος αναγκάστηκε να γράφει εύκολές μελωδίες, με ψευδώνυμο να κάνει μεταγραφές και αντιγραφές για να κερδίσει λίγα χρήματα, να δίνει μαθήματα – όσα εύρισκε – η Μίνα κατάντησε να ξενοδουλεύει…. Και όμως μέσα σε αυτή την τραγική κατάσταση, ο Ρίχαρντ Βάγκνερ, όχι μόνο δεν έχασε το θάρρος του, αλλά άρχισε να γράφει και τον «Ιπτάμενο Ολλανδό» !

Τέλος, μια ημέρα μαθαίνει πως ο «Ριέντσι» του έγινε δεκτός στην Όπερα της Δρέσδης ! Είναι διάφοροι φίλοι του που φρόντισαν γι΄αυτό. Συνάμα, ο «Ολλανδός» είχε κινήσει το ενδιαφέρον της Όπερας του Βερολίνου. Και τότε ο Βάγκνερ, στις 7 Απριλίου του 1842 αφήνει το Παρίσι. Γυρίζει στη Γερμανία. Κάνει το ταξίδι δια ξηράς. Πρωτοβλέπει το Ρήνο και τότε, με δακρυσμένα μάτια, ο φτωχός καλλιτέχνης ορκίζεται αιώνια πίστη στην πατρίδα του.

Ο «Ριέντσι» θριαμβεύει στη Δρέσδη. Κι’ ύστερα από λίγους μήνες, ο «Ιπτάμενος Ολλανδός».

Wagner : Der Fliegende hollander, part 1 - 10 min.

Wagner : Der Fliegende hollander, part 2 - 10 min.


Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ είναι πια διάσημος. Με τον «Ολλανδό» έχει βρει το δρόμο του, έχει σπάσει κάθε δεσμό με την ιταλική παράδοση, στρέφεται στους παλιούς γερμανικούς θρύλους, σε δυο νέες δημιουργίες του πραγματοποιεί το ποιητικό και μουσικό του ιδανικό. Το 1845 είναι έτοιμος ο «Τανχώϋζερ», λίγο αργότερα ο «Λόενγκριν». Νέα, πρωτάκουστη μουσική.

Wagner : Lohengrin, Prelude - 10 min.

Wagner : Lohengrin, Prelude, act III - 4 min.

 Αλλά οι κριτικοί υποδέχονται πολύ άσχημα αυτά τα δυο έργα. Ο Βάγκνερ υποφέρει τρομερά που δεν τον καταλαβαίνουν. Μέσα σε μια κρίση, απαισιοδοξίας, τα βάζει με όλη την κοινωνία, γίνεται σοσιαλιστής, παίρνει μέρος στην επανάσταση του 1848 και, για να αποφύγει την καταδίκη, δραπετεύει και καταφεύγει στη Ζυρίχη όπου περνάει δέκα ολόκληρα χρόνια. Εκεί, αφήνει την πολιτική και ξαναγυρίζει στη μουσική. Γράφει τα σπουδαία του θεωρητικά συγγράμματα. Το 1851 εκδίδεται το περίφημο βιβλίο του «Όπερα και Δράμα», όπου ο Βάγκνερ δογματίζει τις ιδέες του : « Η μουσική λέει, δεν πρέπει να σχολιάζει μόνο το δραματικό ποίημα, αλλά το δράμα αυτό καθαυτό». Κάτω από τη μελωδία του τραγουδιού, η ορχήστρα δεν πρέπει να ακούγεται σαν ένα ανούσιο και άψυχο ακομπανιαμέντο – ότι δεν μπορεί να πει το τραγούδι, θα το λέει η ορχήστρα, η ορχήστρα που θα είναι σαν το χορό της αρχαίας τραγωδίας και θα σχολιάζει κάθε γεγονός. Ονειρεύεται ένα μουσικό δράμα που ενώ θα ενώνει όλες τις τέχνες, θα’ναι σαν μια γιγάντια συμφωνία όπου μερικά «οδηγητικά θέματα (Leitmotive) θα χαρακτηρίζουν τα πρόσωπα ή τα αισθήματα τους και θα αποτελούν τα πρώτα στοιχεία. Έπειτα, περνώντας από τη θεωρία στη πράξη, αρχίζει αυτό το μεγαλειώδες «Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν» που αποτελείται από τέσσερα δράματα : «Ο Χρυσός του Ρήνου», η «Βαλκυρία», ο «Σίγκφριντ» και το «Λυκόφως των Θεών». Είναι το πιο μεγάλο μουσικοδραματικό έργο που γράφτηκε ποτέ.

 Wagner : Rhine Gold, Prelude - 5 min.

Wagner : Gotterdammerung - 5 min.

Wagner : Valkyrie, the ride of Valkyrie - 11 min.

Wagner : Siegfried, the funeral march - 10 min.

Αλλά, μ’όλη την δημιουργική εργασία, το ανήσυχο πνεύμα του Βάγκνερ στρέφεται σε άλλες ιδέες. Έπειτα από τον ενθουσιασμό του για το σοσιαλισμό, είναι οι θεωρίες του φιλοσόφου Σοπενχάουερ που τον κυριεύουν : Ο κόσμος είναι αδιόρθωτα κακός ( κατά τον Σοπενχάουερ) και η ανυπαρξία, η εκμηδένιση, αξίζει καλύτερα από τη ζωή. Επί πλέον δεν έχει χρήματα. Ζει εις βάρος των φίλων του και είναι συγκλονιστικά τα γράμματα που γράφει στο Λίστ, που είναι ο πιο καλός , ο μέχρι αυτοθυσίας φίλος του, επαιτώντας την βοήθεια του…..

 

Η γέννηση του Τριστάνου

 

Μέσα σε αυτή την ψυχική κατάπτωση, μια αισθηματική κρίση τον αναστατώνει ολότελα. Από καιρό κιόλας σοβαρές και βαθιές ασυμφωνίες με τη Μίνα έχουν διαταράξει την συζυγική τους ζωή. Το 1852 γνωρίζεται, στη Ζυρίχη, με το ζευγάρι Βέζεντοκ. Είναι πλούσια οικογένεια, λατρεύουν την τέχνη, λατρεύουν τον Βάγκνερ. Τον βοηθούν. Αλλά ένας φλογερός έρωτας ανάβει στις καρδιές του Βάγκνερ και της κυρίας Ματθίλδης Βέζεντοκ. Ένας έρωτας τραγικός. Η Ματθίλδη διστάζει να εγκαταλείψει τα παιδιά της, τον άντρα της, το σπίτι της. Χωρίζονται. Ο Βάγκνερ φεύγει, πηγαίνει στη Βενετία. Ολομόναχος. Χωρίζει από την Μίνα οριστικά. Και από αυτή την σύντομη και σκληρή τραγωδία γεννιέται ένα αριστούργημα : Το μουσικό δράμα «Τριστάνος και Ιζόλδη», το δράμα του έρωτα μέσα στο θάνατο. Για να το γράψει, ο Βάγκνερ διέκοψε τη σύνθεση του «Σίγκφριντ» - του τρίτου έργου από το «Δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν» -  και δεν το ξανάπιασε παρά έπειτα από οκτώ χρόνια.

Wagner : Tristan und Isolde, Prelude - 10 min.

Wagner : Tristan und Isolde, Liebestod - 7 min.

Θεμελιωτική ιδέα στον «Τριστάνο» είναι ότι ο έρωτας  έχει απαράγραπτα δικαιώματα, πάνω από κάθε νόμο, υπό τον όρο μόνο να είναι απόλυτος, μοιραίος και να αποδέχεται το θάνατο σαν μοναδική διέξοδο. Είναι το πιο παθητικό έργο του Βάγκνερ και το πιο απελπιστικό. Μας δίνει το πιο μεγάλο έρωτα μέσα από τις πιο τρομερές συνθήκες που βρέθηκαν ποτέ ανθρώπινες υπάρξεις. Τέτοιες συνθήκες που δεν επιτρέπουν την ένωση των ερωτευμένων, παρά μόνο μέσα στο θάνατο. Στην αγκαλιά της Ιζόλδης πεθαίνει ο τραυματισμένος για χάρη της Τριστάνος, πάνω στο άψυχο σώμα του, πεθαίνει η Ιζόλδη.

Η μουσική σε αυτό το δράμα σε κυριεύει, διαπερνά την καρδιά σου, σε συνεπαίρνει σε ένα άλλο κόσμο, σε κάνει να ξεχνάς κάθε γήινο, κάθε ανθρώπινο. Θείες είναι οι σκηνές της επίκλησης στη νύχτα, όπου οι δυο αγαπημένοι τραγουδούν την έκσταση της εξαφάνισης μέσα στον αιώνιο ύπνο, αριστουργηματική ιδιαίτερα η Τρίτη πράξη, γεμάτη τραγικότητα με την αντίθεση ανάμεσα στο γλυκό τραγούδι του βοσκού που αναγγέλει στον ετοιμοθάνατο Τριστάνο το φτάσιμο της Ιζόλδης, στα σπαρακτικά παράπονα του Τριστάνου και το εκστατικό τραγούδι της Ιζόλδης που ξεψυχάει πάνω στο σώμα του αγαπημένου της. Η ορχήστρα είναι εδώ ένα κύμα που αναταράσσεται διαρκώς, πότε ήρεμα και γλυκά, πότε πυρετικά, ξεσπώντας σε θύελλα, για να σβήσει σε λίγο απαλά, αιθέρια…. Η μουσική, γενικά, εδώ, έχει μια ξεχωριστή σφραγίδα που δεν βρίσκεται σε άλλο του έργο.

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Μουσικής Παιδεία 21 ( Σειρά Άρθρων )



 
Ο Καρλ Μαρία φον Βέμπερ

 

Τα προγράμματα των συναυλιών, συχνά, πότε στην αρχή, πότε στο τέλος, συμπληρώνονται από μια «εισαγωγή» από όπερες του Βέμπερ : πότε είναι η εισαγωγή του «Όμπερον», πότε του «Φραισούτς», πότε της «Ευρυάνθης»…. Πέρα όμως από αυτές τις εισαγωγές που και αυτές μένουν αρκετά ακατανόητες στον αμύητο ακροατή, οι Έλληνες φιλόμουσοι δεν ξέρουν τίποτα για αυτόν το μεγάλο μουσικό, τίποτα για τα έργα του – έχει τραγούδια, έργα για πιάνο, συνθέσεις για ορχήστρα – τίποτα για τις όπερες του που δεν παίχθηκαν ποτέ στην Ελλάδα και ίσως ούτε πρόκειται να παιχθούν ποτέ.

Και όμως ο Καρλ-Μαρία φον Βέμπερ είναι ο πρόδρομος του Βάγκνερ, ο δημιουργός της μεγάλης ρομαντικής γερμανικής όπερας, ο πρώτος που στράφηκε στο λαό, στις λαϊκές μελωδίες, στους θρύλους της χώρας του, ο πρώτος που έστρεψε τα μάτια ολόγυρα του και είδε το γερμανικό τοπίο, τα σκοτεινά δάση του και ζωγράφισε με τη μουσική του το μυστήριο και όλο το φανταστικό του κόσμο….

Γεννήθηκε στις 18  Δεκεμβρίου 1786 στο Εουτίν, μια μικρή πόλη του Χολστάϊν (βόρειος Γερμανία). Ήταν εξάδελφος της Κωνστάντσας Βέμπερ, της γυναίκας του Μότσαρτ. Πολύ μικρός έχασε την μητέρα του που πέθανε φυματική και ανατράφηκε από τον πατέρα του που ήταν διευθυντής θεατρικών θιάσων και έσερνε το μικρό Καρλ-Μαρία μαζί του σε όλες του τις περιοδείες.

Έτσι, στα παρασκήνια των θεάτρων μεγάλωσε ο μικρός που ήταν ένα παιδί ασθενικό – κούτσαινε μάλιστα – αλλά γεμάτο δίψα για μάθηση : Ο πατέρας του φρόντιζε για τη μόρφωση του, σε κάθε πόλη που σταματούσαν, του εύρισκε τους κατάλληλους δασκάλους και ξεχωριστά για τη μουσική, που ο μικρός Καρλ-Μαρία έδειχνε ιδιαίτερη κλίση. Και είχε την τύχη να διδαχθεί από μεγάλους μουσικούς στις διάφορες πόλεις που ταξίδευε με το θίασο του πατέρα του, έτσι που, το έμφυτο ταλέντο του βρήκε γρήγορα την ολοκλήρωση του : Δέκα επτά χρονών διεύθυνε κιόλας την ορχήστρα της Όπερας του Μπρεσλάου, στα είκοσι επτά του χρόνια είναι διευθυντής της Όπερας της Πράγας όπου μάλιστα ανεβάζει το «Φιντέλιο» του Μπετόβεν, για πρώτη φορά μετά την παράσταση της Βιέννης (1814). Γράφει στο μεταξύ μερικές κωμικές όπερες, ακολουθώντας το ύφος του Μότσαρτ – μια από αυτές μάλιστα, ο «Αμπού-Χάσσαν» σε ανατολικό-τούρκικο ύφος, όπως η «Απαγωγή από το Σεράϊ» του Μότσαρτ, είναι πολύ χαριτωμένη και όλο εύθυμα ευρήματα – αλλά, ως τα τριάντα του χρόνια δεν έχει γράψει κανένα από τα αριστουργήματα του.
 
Abu Hassan : Symphonies & Ouverture - 10 min.

Στο 1817, ο βασιλιάς της Σαξωνίας προσκαλεί το νεαρό αρχιμουσικό να αναλάβει την οργάνωση και την διεύθυνση της Όπερας της πρωτεύουσας του, της Δρέσδης, θέση που ο Βέμπερ κράτησε ως το θάνατο του.

Εκεί, στη Δρέσδη παντρεύτηκε με μια τραγουδίστρια της Όπερας, την Καρολίνα Μπράντ, εκεί έγραψε το πρώτο του αριστούργημα, το «Φράϊσουτς» που όμως πρωτοδόθηκε στο Βερολίνο το 1821 με τέτοια τεράστια επιτυχία, που την ίδια χρονιά παίζονταν σε όλες τις γερμανικές σκηνές.

Der Freischutz : Ouverture - 10 min.



Der Freischutz : Huntsman's Ghorus - 3 min.

 Το «Φράϊσουτς» ακολουθεί η «Ευρυάνθη», το 1825, που πρωτοπαίζεται στη Βιέννη.

Euryanthe : Overture - 9 min


Euryanthe : Duell scene with a snake - 10 min.


 Αλλά ο Βέμπερ, πάντα φιλάσθενος, είναι τώρα πολύ άρρωστος. Όμως, όταν τον προσκαλούν στο Λονδίνο, παραγγέλλοντας του μια νέα όπερα, ο Βέμπερ δεν διστάζει. Γράφει το τελευταίο του αριστούργημα, το «Όμπερον» πάνω σε αγγλικό κείμενο και με όλη την άθλια κατάσταση της υγείας του, φεύγει για το Λονδίνο.


Oberon : Overture - 5 min.


Oberon : Trauere, meine Herz - 4 min.

 
«Ξέρω πως θα πεθάνω – λέει. Αλλά εξασφαλίζω έτσι τη ζωή των παιδιών μου και της γυναίκας μου…».
Στις 12 Απριλίου 1826, δίνεται στο Λονδίνο η πρώτη παράσταση του «Όμπερον». Και πάλι τεράστια επιτυχία. Οι παραστάσεις συνεχίζονται. Αλλά λίγες βδομάδες αργότερα, τη νύχτα της 4ης προς την 5η Ιουνίου, ο Βέμπερ πεθαίνει, εκεί στο Λονδίνο, μακριά από την πατρίδα του.

Σαν το Μότσαρτ, ο Βέμπερ ήταν ένας άνθρωπος εύθυμος, χαρούμενος, αγαπούσε τα αστεία. Διηγούνται πως είχε ονομάσει το σκύλο του «Μαμζέλ» ( Δεσποινίδα) για νάχει την ευχαρίστηση να βλέπει όταν τον φώναζε, να γυρίζουν όλες οι όμορφες δεσοινίδες της πόλης. Μια άλλη φορά, αγόρασε ένα πίθηκο και του έδωσε το όνομα του μεγάλου του εχθρού, του Σποντίνι! Κι’ αυτήν την εύθυμη πλευρά του χαρακτήρα του, την βρίσκουμε σε πολλά του έργα.

Ο Βέμπερ με όλο τούτο ήταν φοβερά ευαίσθητος. Η παραμικρή κριτική τον πείραζε σε σημείο που να αρρωσταίνει. Κάποτε ο Γκαίτε, σε μια συνάντηση τους, του φέρθηκε ψυχρά. Αυτό έφθασε για να ρίξει τον Βέμπερ, άρρωστο, στο κρεβάτι !

Προικισμένος με μια ξεχωριστή εξυπνάδα, ενθουσιάζονταν εύκολα για τις νέες και τολμηρές ιδέες. Παράλληλα με το μουσικό, είχε και αξιόλογο λογοτεχνικό ταλέντο και, επί πλέον, ζωγράφιζε.

Αυτά τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του μας εξηγούν τις ιδέες του για το μουσικό θέατρο, για τη ρομαντική αντίληψη μιας «ολοκληρωτικής τέχνης»: Καθώς θα δούμε, ο Βάγκνερ ζήτησε και πέτυχε αυτή την «ολοκληρωτική τέχνη», δηλαδή να ενώσει στα μουσικά του δράματα όλες τις τέχνες : λογοτεχνία, ποίηση, ζωγραφική, χορό, μουσική. Λοιπόν, πριν από τον Βάγκνερ, τις ίδιες ιδέες είχε εκφράσει ο Βέμπερ και είχε προσπαθήσει να εφαρμόσει στις μεγάλες του όπερες.

 

Ο «Φράϊσουτς», η «Ευρυάνθη», ο «Όμπερον»

 

«Φράϊσουτς» (Freischutz) θα αποδοθεί ελληνικά «Ελεύθερος σκοπευτής».

Πρόκειται για ένα νέο του χωριού, τον Μαξ, αδέξιο σκοπευτή, που πρέπει να πετύχει σε αγώνες σκοποβολής για να κερδίσει το χέρι της Αγάθας που αγαπάει και που είναι κόρη του ηγεμόνα της περιοχής. Αλλά δεν πετυχαίνει και είναι απελπισμένος. Οι χωρικοί τον περιγελούν. Μέσα στην απελπισία του, ο Μαξ ακούει τις συμβουλές  του Κασπάρ που του φανερώνει ένα μυστικό : τα μεσάνυχτα, θα πάνε στην άγρια «χαράδρα των λύκων» και εκεί θα φτιάξουν, με τη βοήθεια κάποιου «φίλου» σφαίρες μαγικές που πετυχαίνουν μόνες τους το στόχο ξέρει, όπως δεν ξέρει πως ο Κασπάρ θέλει να τον παραδώσει στο Σατανά για να γλυτώσει ο ίδιος, επειδή λήγει η προθεσμία που του είχε δώσει το Κακό Πνεύμα για να πάρει την ψυχή του και θα γλυτώσει μόνο αν του παραδώσει μιαν άλλη ψυχή. Ξέχωρα από αυτό, ο Κασπάρ ποθεί επίσης την Αγάθα…. Ακολουθούν σκηνές καταπληκτικές. Στο τέλος, όλα τελειώνουν καλά, ο Μαξ παντρεύεται την Αγάθα και όλοι τους τραγουδάνε ύμνους ευχαριστιών!

Η όπερα «Όμπερον» αναφέρεται στην διαμάχη του Όμπερον με την Τιτάνια που θα σταματήσει μέχρις ότου βρεθεί ένα ζευγάρι ερωτευμένων που θα παραμείνει πιστό, παρ’ όλους τους πειρασμούς και τους κινδύνους όπου θα συναντήσει. Μετά από περιπέτειες με ιππότες, χαλίφες, τον αυτοκράτορα Καρλομάγνο, την Ελλάδα, τους πειρατές, η όπερα έχει αίσιον τέλος, ο Όμπερον και η Τιτάνια συμφιλιώνονται, το ζευγάρι των ερωτευμένων σώζεται με το μαγικό κέρας του Όμπερον και βρίσκεται ασφαλές στην αυλή του Καρλομάγνου.

Η Ευρυάνθη έχει αρραβωνιαστεί με τον κόμη Αντολάρ. Αυτός, ευρισκόμενος στην αυλή του βασιλιά Λουδοβίκου, εκθειάζει την μνηστή του, ενώ ο κόμης Λυζιάρτ αμφισβητεί την αφοσίωση της και δηλώνει πως θα προσπαθήσει να την αμφισβητήσει.

Στο κάστρο της η Ευρυάνθη, δίνει καταφύγιο στην Εγκλαντίνη, κόρη ενός στασιαστή. Αυτή αγαπά κρυφά τον Αντολάρ και προσπαθεί με δόλο να παγιδέψει την Ευρυάνθη.

Ο Λυζιάρτ, ο οποίος αποτυγχάνει να κερδίσει την εμπιστοσύνη της Ευρυάνθης, βοηθάει την Εγκλαντίνη. Σε ερώτηση της, η Ευρυάνθη εμπιστεύεται ένα μυστικό που είπε ο Αντολάρ. Η αδελφή της Εγκλαντίνης, Έμμα αυτοκτόνησε με το δηλητήριο ενός δακτυλιδιού, επειδή ο αρραβωνιαστικός της σκοτώθηκε στη μάχη. Η ψυχή της δεν θα βρει  ησυχία, μέχρις ότου το δακτυλίδι μουσκέψει από τα δάκρυα μιας αγνής και αθώας κόρης. Η Ευρυάνθη που κάθε μέρα προσεύχεται στο τάφο της, έχει υποσχεθεί στον Αντολάρ να κρατήσει κρυφό το μυστικό, αλλά αφελώς το φανέρωσε στην Εγκλαντίνη. Η Εγκλαντίνη σκέπτεται με ποιο τρόπο θα καταγγείλει την Ευρυάνθη στον Αντολάρ. Ο Λυζιάρτ φθάνει με εντολή να πάει την Ευρυάνθη στο Παλάτι.

Με δόλο και πλεκτάνη ο Λυζιάρτ πείθει τον Αντολάρ ότι η Ευρυάνθη τον πρόδωσε, φανερώνοντας το μυστικό του.

Ο Αντολάρ θέλει να σκοτώσει την Ευρυάνθη και μετά να αυτοκτονήσει. Όμως, όταν κινδυνεύει από ένα φίδι και τον σώζει η Ευρυάνθη, παραιτείται από την σκέψη αυτή και την αφήνει στην τύχη της.

Η Ευρυάνθη επιθυμεί το θάνατο, αλλά με την βοήθεια του βασιλιά και της ακολουθίας του που έτυχε να την συναντήσουν αλλάζει γνώμη και ελπίζει σε μια συμφιλίωση με τον Αντολάρ.

Στο μεταξύ, η Εγκλαντίνη αρραβωνιάζεται τον Λυζιάρτ και πρόκειται να παντρευτούνε, αλλά την βασανίζουν οι τύψεις. Όταν εμφανίζεται ο Αντολάρ, με στολή, με τον οποίο είναι ακόμη ερωτευμένη, νομίζει ότι είναι το φάντασμα της Ευρυάνθης. Ο Αντολάρ καλεί τον Λυζιάρτ να μονομαχήσουν. Τότε, εμφανίζεται ο βασιλιάς και για να τιμωρήσει τον Αντολάρ για την δυσπιστία του προς την Ευρυάνθη του ανακοινώνει πως είναι νεκρή. Η Εγκλαντίνη θριαμβολογεί φανερώνει τα σχέδια της και σφαγιάζεται από τον εκτός εαυτού Λυζιάρτ. Καθώς η Εγκλαντίνη πεθαίνει,  η Ευρυάνθη εισέρχεται και τρέχει προς τον Αντολάρ. Ο Λυζιάρτ εξορίζεται και η ψυχή της αδελφής του Αντολάρ ησυχάζει γιατί δάκρυα της  αθώας Ευρυάνθης μουσκεύουν το δαχτυλίδι της.

 

 

Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΟΠΕΡΑ

Ο Ριχάρδος Βάγκνερ

Συνθέτης, αρχιμουσικός, ποιητής

Η μεγάλη μεταρρύθμιση

Μια πολυτάραχη ζωή

 

Ο Ριχάρδος Βάγκνερ θα δώσει στο μουσικό ρομαντισμό την πιο τέλεια του έκφραση.

Ο Βάγκνερ γεννήθηκε στη Λειψία στις 22 Μάιου 1813. Δεν υπήρξε καθόλου μια πρώιμη μεγαλοφυΐα σαν τον Μότσαρτ ή τον Σούμπερτ. Στη παιδική του ηλικία, τίποτα δεν έδειχνε πως θα γίνονταν ένας τόσο μεγάλος μουσικός που το όνομα του θα έμενε αθάνατο και που η προσωπικότητα του, οι ιδέες του, το έργο του, θα επηρέαζαν εκατοντάδες μουσικούς, συγχρόνους του και μεταγενέστερους και όχι  βέβαια μονάχα Γερμανούς….. Πραγματικά, λίγα πνεύματα στην ιστορία είναι τόσο παγκόσμια σαν το Βάγκνερ, λίγοι άνθρωποι απασχόλησαν τόσο την παγκόσμια λογοτεχνία και κριτική, όσο ο Βάγκνερ, που δεν υπήρξε μονάχα ένας μεγάλος μουσικός, αλλά και ποιητής και φιλόλογος και συγγραφέας.

Η παιδική ηλικία

Γεννήθηκε σε μια απλή, αστική οικογένεια, όπου κανένας δεν ήταν μουσικός. Κι’ ούτε στους προγόνους του υπάρχει κανένας που να ασχολήθηκε σοβαρά με την μουσική. Ο πατέρας του ήταν ένας απλός γραμματέας στη διεύθυνση της αστυνομίας στη Λειψία και η γέννηση του μικρού Ριχάρδου δεν θεωρήθηκε καθόλου σαν «ευτυχές γεγονός», επειδή υπήρχαν ήδη οκτώ παιδιά στην οικογένεια και η εποχή ήταν δύσκολη : εποχή πολεμική, ο Ναπολέων αναστάτωνε την Ευρώπη και ήταν μέσα στους κρότους των κανονιών – Ο Ναπολέων έμπαινε στη Λειψία – που γεννήθηκε αυτό το ένατο παιδί του Φρέντερικ και της Γιοχάννας Βάγκνερ. Η γέννηση του δεν υπήρξε «γεγονός» παρά μόνο για την όμορφη μητέρα του που, παρά τους τόσους τοκετούς της διατηρούσε τη δροσιά της και την κομψότητα της και, ίσως, για ένα οικογενειακό φίλο, τον ηθοποιό Λούτβιχ Γκάϊερ….

Ο μικρός Ριχάρδος δεν γνώρισε τον πατέρα του, πέθανε έξι μήνες μετά τη γέννηση του, από το τύφο που θέριζε τη πόλη. Ένα χρόνο μετά το θάνατο του πατέρα του, τον Αύγουστο του 1814, η μητέρα του παντρεύονταν με τον Λούντβιχ Γκάϊερ και, για κάμποσα χρόνια, ο μικρός Ριχάρδος, στο σχολείο και παντού ονομάζονταν Ριχάρδος Γκάϊερ. Σε μια αυτοβιογραφία του μάλιστα που κατέστρεψε αργότερα η γυναίκα του, λένε πως άρχιζε έτσι : « Ονομάζομαι Ρίχαρντ Γκάϊερ….».

Ο πατέρας Βάγκνερ ήταν ένας μορφωμένος άνθρωπος και αγαπούσε με πάθος το θέατρο. Ο Λούτβιχ Γκάϊερ, που από οικογενειακός φίλος έγινε ο προστάτης της οικογένειας, ήταν ένας ηθοποιός με ταλέντο, αλλά και ζωγράφος και τραγουδιστής με ωραία φωνή τενόρου. Έτσι στο σπίτι των Βάγκνερ και όσο ζούσε ο πατέρας, και έπειτα, όταν τον αντικατέστησε ο Γκάϊερ – που μάλιστα, η Γιοχάννα του χάρισε και ένα δέκατο παιδί, ένα κοριτσάκι – οι βραδιές περνούσαν με φιλολογικές και καλλιτεχνικές συζητήσεις, όταν δεν πήγαιναν όλοι στο θέατρο. Ένα πιάνο υπήρχε στο σαλόνι της Γιοχάννας Βάγκνερ-Γκάϊερ, που όλοι έπαιζαν ερασιτεχνικά, όπως γίνεται σε όλα σχεδόν τα γερμανικά σπίτια.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον μεγάλωσε ο Ρίχαρντ. Συχνά, τον πέρνανε στο θέατρο και μάλιστα δυο-τρεις φορές του αναθέσανε μικρά, παιδικά ρολάκια. Παιδί του θεάτρου. Δυο αδελφές του έγιναν σπουδαίοι ηθοποιοί. Το ίδιο και ένας αδελφός του. Μια άλλη αδελφή, τραγουδίστρια στην όπερα. Έτσι, ο πατριός του, ο Γκάϊερ, προόριζε και τον Ρίχαρντ για το θέατρο.

Όταν συμπλήρωσε τα επτά του χρόνια, τον βάζουν εσωτερικό στο οικοτροφείο ενός πάστορα. Εκεί, ο μικρός Ρίχαρντ ακούει να του διαβάζουν διάφορα παραμύθια, αλλά εκείνο που του προξενεί την πιο μεγάλη εντύπωση είναι όταν ακούει τον πάστορα να διαβάζει στις εφημερίδες τις ειδήσεις για την επανάσταση της Ελλάδας ενάντια στο Τούρκο κατακτητή, όταν ακούει τις συζητήσεις και τα σχόλια πάνω σε αυτόν τον απελευθερωτικό πόλεμο. Από τη στιγμή εκείνη, η Ελλάδα και η μυθολογία εισορμούν απότομα στο μυαλό του παιδιού όπου θα μείνουν καρφωμένες για πάντα. Ακούει πως ένας Άγγλος, ο λόρδος Μπάϋρον, πήγε στο Μεσολόγγι και πέθανε για την Ελλάδα. Και ο μικρός Ρίχαρντ Βάγκνερ αντλεί σε αυτά τα μαθήματα της δόξας, τους πρώτους του ενθουσιασμούς.