Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Μουσικής Παιδεία 7 ( Σειρά Άρθρων )

6. Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ (συνέχεια )



Γυναικείες Φωνές - Τις ξεχωρίζουν συνήθως σε δυο κατηγορίες :  υψίφωνες και μεσόφωνες - σοπράνο και μέτσο-σοπράνο , κατά τους ιταλικούς όρους που έχουν επικρατήσει. Ωστόσο, αυτός ο χωρισμός δεν είναι σωστός, γιατί έχουμε τριών ειδών υψίφωνες :
1.Την ελαφριά υψίφωνο ( ή λετσέρα), μια φωνή εξαιρετικά ευλύγιστη, συχνά πολύ λεπτή, χωρίς "πάχος" που κινείται άνετα στις πιο ψηλές νότες και εκτελεί κάθε απαίτηση της δεξιοτεχνίας, σκάλες κάθε είδους, τρίλιες, λαρυγγισμούς, στακάττι κλπ. Η φωνή αυτή ταιριάζει σε ρόλους , νεανικούς, παιχνιδιάρικους, λαμπερούς, σαν της Ροζίνας π.χ. στο "Κουρέα της Σεβίλλης"  ή της Λακμέ.



Rossini - Il barbiere di Seviglia, Aria di Rosina - Una voce poco fa.
2. Τη λυρική υψίφωνο που έχει περίπου την ίδια έκταση σαν της ελαφριάς υψιφώνου, αλλά λιγότερη ευκολία στις ψηλές νότες, είναι όμως πιο "γεμάτη" και πιο εκφραστική. Είναι η φωνή που ταιριάζει στη Μαργαρίτα του "Φάουστ" , στην Μαντάμ Μπαττερφλάυ, στη "Τραβιάτα".



Gounod : Faust , aria Marguerite "Jewel Song"



Puccini : M. Butterfly, Maria Callas in aria "Un bel di, Vedremo.."




Verdi : Traviata, aria " Sempre Libera"
3. Την δραματική υψίφωνο, μια φωνή πλούσια, γεμάτη με μεγάλη έκταση που αν δυσκολεύεται κάπως στις ψηλές νότες, παίρνει δυο ή τρις νότες πιο χαμηλά από τις προηγούμενες. Είναι η φωνή που ταιριάζει σε ρόλους δραματικούς και παθητικούς όπως της " Αιντας", της "Τόσκα" .


Verdi : Aida , aria "O Patria mia" Rosa Hernandez


Puccini : Tosca, aria "Vissi d'arte" Maria Callas
Οι χαμηλές γυναικείες φωνές χωρίζονται σε δυο κατηγορίες : Στις μεσόφωνες ( μέτζο-σοπράνο) και στις φωνές "κοντράλτο".
Η μέτζο-σοπράνο είναι ανάμεσα στην υψίφωνο και την κοντράλτο και μοιάζει πότε με την δραματική σοπράνο, πότε με την κοντράλτο, χωρίς στις κάτω νότες να είναι τόσο εύηχη όπως της κοντράλτο και ούτε να έχει τις ευκολίες στις ψηλές νότες που έχει η σοπράνο. Είναι όμως μια φωνή "γεμάτη", στρογγυλή και επί πλέον εύστροφη και ευλύγιστη, ικανή να εκφράσει τα πιο ευγενή αισθήματα. Είναι η φωνή που ταιριάζει απόλυτα στο ρόλο της Κάρμεν που δυστυχώς συχνά εμπιστεύονται σε τραγουδίστριες που η φωνή τους ή είναι ανεπαρκής ή είναι υπερβολικά βαριά.
Η κοντράλτο είναι η πιο χαμηλή γυναικεία φωνή, παίρνει περίπου δυο οκτάβες. Είναι μια φωνή πολύ σπάνια και γι 'αυτό συχνά την αντικαθιστούν με φωνές μέτζο-σοπράνο που όμως δεν έχουν στις χαμηλές νότες την αρρενωπή και "γεμάτη" ηχητικότητα της κοντράλτο, όπως και η κοντράλτο δεν έχει τις ψηλές νότες, τη "λάμψη" της μετζο-σοπράνο. Ρόλους γραμμένους για πραγματικές φωνές κοντράλτο, βρίσκουμε στο ιταλικό μελόδραμα, όπως π.χ. το ρόλο της Ατσουτσένα στο "Τροβατόρε".


Verdi : il Trovatore, aria Azucena ( Elena Chavdarova)
Ανάμεσα στην καθαυτό μέτζο και την κοντράλτο , βρίσκουμε όχι σπάνια, μερικές φωνές μέτζο, πιο ελαφρές, λιγότερο ογκώδης, λιγότερο ηχηρές και μικρότερη έκταση από εκείνη της καθαυτό μέτζο. Είναι φωνές που με την μελέτη γίνονται πολύ εύστροφες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν στις κλασικές οπερέτες. Αυτές τις φωνές οι Γάλλοι τις λένε "Μέτζο-Ντυκαζόν" από το όνομα μιας διάσημης τραγουδίστριας που με μια τέτοια φωνή διάπρεπε στις κωμικές όπερες και στις οπερέτες.
Βάση για το καλό, σωστό τραγούδι είναι η τοποθέτηση της φωνής κι' αυτή είναι η πρώτη φροντίδα του καθηγητή : να ανεβάσει τη φωνή μπροστά, όσο το δυνατόν πιο μπροστά, πιο "έξω" έτσι που να αποκτήσει όλη της την διαύγεια και την ηχηρότητα και να απαλλαχθεί από το βάρος της φωνής εκείνης, που λέμε " φωνή του στήθους" που χρησιμοποιούν δυστυχώς οι τραγουδίστριες μας του ελαφρού τραγουδιού. Στις χαμηλές νότες μπορεί μια κοντράλτο ή μια μέτζο να χρησιμοποιήσει αυτή τη φωνή " του στήθους " για να τις δώσει πιο μεγάλη ένταση, αλλά η πραγματική τέχνη έγκειται ακριβώς στο να πετυχαίνεται η ένταση χωρίς αυτό το βάρος της φωνής του στήθους και αν δεν είναι δυνατόν να γίνει αλλιώς, το πέρασμα από την φωνή του στήθους στη φωνή του " κεφαλιού " , όπως λέμε το κανονικό τραγούδι, να γίνεται έτσι που να μην αλλοιώνεται  η ποιότητα η " υφή " της φωνής.
Οι ανδρικές φωνές έχουν μια επιπλέον ιδιότητα : το φαλτσέτο
Τι είναι το φαλτσέτο ; Μια φωνή ψεύτικη σαν παιδική που χρησιμοποιούν όταν φθάσουν στις πιο υψηλές νότες και δεν μπορούν ούτε πιο ψηλά να φθάσουν, ούτε και κρατήσουν πολύ ώρα αυτές τις ψηλές νότες. Με το φαλτσέτο ανεβαίνουν ακόμα δυο-τρεις νότες που μπορεί να κρατήσουν όσο θέλουν και όσο τους επιτρέπει .....το γούστο τους. Το παλιό καιρό χρησιμοποιούσαν πολύ το φαλτσέτο ιδίως οι τενόροι, πετυχαίνοντας ξεχωριστές εντυπώσεις, γλυκύτητας και γοητείας. Η σημερινή τέχνη του τραγουδιού δεν παραδέχεται και ούτε ανέχεται αυτόν τον κακόγουστο τρόπο έκφρασης και το φαλτσέτο μένει μόνο για τους τραγουδιστές εκείνους που δυσκολεύονται στις ψηλές νότες ή δεν τις έχουν καθόλου και αναγκαστικά καταφεύγουν στο ψεύτικο αυτό μέσο.

Άρθρωση και προφορά

Το ωραίο τραγούδι, αυτό που θα μας συγκίνηση και θα μας γοητεύσει, δεν εξαρτάται μόνο από την ωραία φωνή. Εκτός από την καθ' αυτό τέχνη- τεχνική ας την πούμε καλύτερα-που συνίσταται στην σωστή τοποθέτηση της φωνής, στην ευκολία που θα ακολουθήσει το μουσικό κείμενο-σκάλες, λαρυγγισμούς, νότες δεμένες ή "χτυπητές" ( στακκάτι τις λέμε στη μουσική γλώσσα)-στο " φραζάρισμα", δηλαδή στην σωστή και ομοιογενή απόδοση κάθε μουσικής φράσης, με το τονισμό και την έκταση της, τραγουδιστής πρέπει να αρθρώσει και να προφέρει ολοκάθαρα και το ποιητικό κείμενο , τα λόγια δηλαδή του τραγουδιού ή της άριας.  Τραγούδι χωρίς ο ακροατής να καταλαβαίνει τα λόγια δεν έχει νόημα. Οι συνθέτες από το ποιητικό κείμενο εμπνέονται για να γράψουν είτε τα τραγούδια τους είτε τις όπερες τους και πάνω σε αυτό το κείμενο γράφουν  την μουσική τους, αλλιώς θα μπορούσαν να την γράψουν πάνω σε ένα φωνήεν μονάχα ή σε ένα " λα-λα-λα ". Επομένως τα λόγια, το κείμενο είναι δεμένα με τη μουσική και μόνο έτσι , δεμένα πρέπει να αποδοθούν από τον τραγουδιστή για να νοιώσει ο ακροατής την καλλιτεχνική απόλαυση.
Δυστυχώς στο τόπο μας, το ζήτημα της σωστής άρθρωσης και προφοράς παραμελείται. Και αυτό συμβαίνει, κυρίως, επειδή στα ωδεία μας, οι καθηγητές και οι καθηγήτριες επιβάλουν στους μαθητές να τραγουδούν σε ξένες γλώσσες που μάλιστα πολύ συχνά οι μαθητές δεν κατέχουν. Φυσικά τα περισσότερα αριστουργήματα του τραγουδιού - μελωδίες, όπερες, άριες - είναι γραμμένα από ξένους συνθέτες, σε ξένες γλώσσες και θα ήταν ανοησία να ισχυρισθώ πως πρέπει να περιοριστούμε στα έργα των Ελλήνων συνθετών. Σήμερα τα διάφορα μουσικά έργα αποδίδονται στη γλώσσα που γράφτηκαν από τους συνθέτες.

Έκφραση και ύφος

Αλλά υπάρχει και κάτι στο καλό, στο ωραίο τραγούδι. Η έκφραση και το ύφος. Ο τραγουδιστής που περιορίζεται να τραγουδάει με ωραία φωνή τις νότες και τα λόγια που είναι γραμμένα, χωρίς άλλη σκέψη, παρά πως θα αποδείξει τον όγκο, τη λάμψη και τη δύναμη της φωνής του, είναι ένας ανόητος, ένας κουτός. Επί πλέον δεν εκπληρώνει την αποστολή του που δεν συνίσταται  στο να λάμψει για δικό του λογαριασμό και να καταπλήξει ακροατές αμόρφωτους και επιπόλαιους, αλλά να κινήσει το ενδιαφέρον, να γοητεύσει, να συγκινήσει ακροατές, προσεκτικούς, φωτισμένους και ευαίσθητους.
Ο τραγουδιστής που θα αρκεσθεί στην ωραία του φωνή και έστω στην πιο τέλεια τεχνική , χωρίς να βάλει μέσα στο τραγούδι του την καρδιά του και τη σκέψη του, ποτέ δεν θα μπορέσει να συγκινήσει, γιατί θα του λείπει η σωστή, η αληθινή έκφραση. Γι' αυτό παράλληλα με τις μουσικές του σπουδές ο τραγουδιστής - μα μήπως αυτό δεν ισχύει για κάθε μουσικό - πρέπει να καλλιεργεί και το πνεύμα του, ώστε το τραγούδι του να έχει "ύφος - στυλ ". Τι λέμε στυλ ; Το να εκτελούμε ένα έργο, ένα τραγούδι σύμφωνα με το χαρακτήρα του, με την εποχή, με τον τόπο που γράφτηκε, ακόμα και με την προσωπικότητα του συνθέτη. Δεν μπορούμε π.χ. να τραγουδήσουμε ένα δημοτικό τραγούδι σε " στυλ όπερας ".


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου