Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Μουσικής Παιδείας 24 ( Σειρά Άρθρων )


Το «Θαύμα Βέρντι»

 

Όταν ο Βέρντι πέθανε, το 1901, μόνο εφτά όπερες του παίζονταν σ’ όλα τα θέατρα : Ριγκολέττος, Τροβατόρε, Τραβιάτα, Αίντα, Μπάλλο ιν Μάσκερα ( χορός μεταμφιεσμένων), Φόρτσα ντελ Ντεστίνο ( Δύναμης του Πεπρωμένου), Οθέλλος.

Verdi : Rigoletto "povero Rigoletto" - 8 min.

Verdi : Rigoletto, Storm scene - 8 min.

Verdi : Trovatore "il balen del suo sorriso" - 8 min.

Verdi : Trovatore, lego II act I - 7 min.

Verdi : Traviata "Libiam ne lieti calici" - 6 min.

Verdi : Traviata, Preludio - 5 min.

Verdi : Aida, Triumphal March - 8 min.

Verdi : Aida, act III  Amonastro/Aida duet - 5 min.

Verdi : Ballo in maschera " ma se m' e forza perderti" - 6 min.

Verdi : Ballo in maschera " Re dell' Abisso" - 6 min.

Verdi : Forza del Destino " Col sengue sol cancellasi..." 7 min.

Verdi : Forza del Destino, Sinfonia -  8 min.

Verdi : Ottelo, act III scenes 1,2 - 7 min.

Verdi : Ottelo "Piano cantando" - 8 min.

Verdi : Ottelo "Ave Maria" - 7 min.
Καινούργιες ιδέες αναστάτωναν τον μουσικό κόσμο. Και ξαφνικά εκεί, γύρω στα 1926-27, σημειώνεται μια καινούργια «άνθηση Βέρντι». Χωρίς να υπάρχει κανένας απόγονος που να ενδιαφέρεται για την συνέχεια της δόξης του, χωρίς καμιά Κοζίμα Βάγκνερ και χωρίς κανένα «Μπαϋρώϋτ», χωρίς συγκλονιστικές βιογραφίες – ελάχιστες είναι ακόμα και οι επιστολές που άφησε ο Βέρντι – ακριβώς στη Γερμανία γεννιέται το θαύμα : Αρχιμουσικοί, σκηνοθέτες, διευθυντές λυρικών θεάτρων, μουσικολόγοι, σκύβουν, ψάχνουν, ανακαλύπτουν όλες τις ξεχασμένες όπερες του μεγάλου Ιταλού και αρχίζουν παντού, σε όλη την Ευρώπη, σε όλη την Αμερική, μεγαλειώδεις παραστάσεις : «Ναμπούκο» (του 1842), «Ερνάνι» ( του 1844), «Παρθένος της Ορλεάνης» ( του 1845, «Ληστές» ( του 1847), «Λουίζα Μίλλερ» ( του 1849), «Μάκμπεθ» ( του 1847), «Μάχη του Λενιάνο» ( του 1849), «Σικελινός Εσπερινός» ( του 1855) – ανάμεσα είναι οι άλλες, οι πολύ γνωστές – «Σιμόνε Μποκκανέγκρα» (1857), «Ντον Κάρλος», «Οι δυο Φόσκαρι» (1844)……κ.α.

Verdi : Nabucco, introduction - 5 min.

 


Verdi : Ernani "Ernani,ernani, involami" - 6 min.

Verdi : Falstaf, duet of Falstaf and Ford - 10 min.

Verdi : Falstaf, Finale - 10 min.


Πάντως σήμερα, όλες οι λυρικές σκηνές στο κόσμο αμιλλώνται ποια θα πρωτοανεβάσει καλύτερα τις πιο ξεχασμένες όπερες του Βέρντι. Ο «Φάλσταφ» του, ξεχασμένος και αυτός, στον Τοσκανίνι οφείλει την αναβίωση του και την επιτυχία του.

 
Η προσωπικότητα του Βέρντι

 

Και έτσι πραγματοποιήθηκε για μια φορά ακόμα αυτό, που επεδίωξε σε όλη του τη ζωή ο μεγάλος αυτός άνθρωπος : να αναγνωριστεί και να θριαμβεύσει το έργο του μόνο με την αξία του.
Μισούσε τη διαφήμιση, απεχθάνονταν το θόρυβο, τη ζωή στις μεγάλες πόλεις, όταν μπορούσε αποτραβιόνταν στο κτήμα του, στην Σαν Αγάτα. Δεν του άρεσε να το αναγνωρίζουν στο δρόμο και να τον χαιρετούν. Ένα κεφάλι λιονταριού, μάτια χωμένα κάτω από πυκνά φρύδια, βλέμμα σπινθηροβόλο, σχεδόν φωσφορικό. Κάτι το απότομο, το σκληρό, σε όλη του την εμφάνιση. Ένας χωρικός, ένας απομονωμένος. Απόφευγε όλες τις τιμές και όταν η απελευθερωμένη πατρίδα του θέλησε να τον κάνει «Δούκα του Μπουσσέτο», ο Βέρντι γέλασε : «Όχι…όχι…δεν είμαι παρά ένας χωριάτης!» είπε : Σε όλη του τη ζωή , η ίδια σκληρότητα, η ίδια ακεραιότητα, η ίδια αυστηρότητα. Και παράλληλα μια απέραντη καλοσύνη.

Ο Βέρντι δεν υπήρξε μονάχα ένας μεγάλος μουσικός. Είναι η ίδια η Ιταλία, ένας ολόκληρος ιταλικός αιώνας. Ιταλός, ο Βέρντι είναι με τον αντρίκιο χαρακτήρα του, το φλογερό πατριωτισμό του, τις σταθερές πολιτικές του πεποιθήσεις, όσο και με την μουσική του μεγαλοφυΐα.

Η πατριωτική του πίστη, οι εκκλήσεις του στο λαό, όλες του οι πράξεις, του δίνουν μια θέση στην ιστορία της αφύπνισης της εθνικής δράσης. «V.V.E.R.D.I» γράφανε στους τοίχους, τον καιρό της αυστριακής κατοχής. «Ζήτω ο Βέρντι» Αλλά στην πραγματικότητα αυτό σήμαινε: «Ζήτω ο Βίκτωρ Εμμανουήλ βασιλιάς της Ιταλίας».

Ο Βέρντι πέθανε στις 27 Ιανουαρίου 1901, ογδόντα οκτώ ετών. «Θέλω είχε πει – η κηδεία μου νάνε πολύ απλή, να γίνει την αυγή ή το βράδυ, στον εσπερινό, χωρίς ψαλμωδίες και χωρίς μουσική». Και έγινε όπως ήθελε. Μόνο που ένας ολόκληρος λαός ήταν εκεί για να αποδώσει ένα ευλαβικό ύστατο χαιρετισμό σε ένα μεγάλο άνθρωπο και σε μια μεγάλη ψυχή. Και καθώς η Γκιουζεππίνα του είχε φύγει για τον άλλο κόσμο, κάμποσα χρόνια πρωτύτερα, άφησε όλη του την περιουσία για ένα άσυλο φτωχών και κουρασμένων μουσικών.

 

ΟΙ ΙΤΑΛΟΙ ΒΕΡΙΣΤΕΣ

Η «βεριστική όπερα»

Μασκάνι και Λεονκαβάλλο

Πουτσίνι-Τζιορντάνο-Μπόϊτο

Ο βερίστας Σαμαράς

 

Σε μια εποχή που κυριαρχούν δυο ονόματα στο στερέωμα της όπερας, του Βάγκνερ και του Βέρντι, εντελώς απροσδόκητα, με το έργο ενός αγνώστου ως τότε μουσικού, δημιουργείται στην Ιταλία ένας νέος τύπος όπερας που προκαλεί έκπληξη και ενθουσιασμό και κάνει το όνομα του άγνωστου μουσικού από την μια μέρα στην άλλη διάσημο. Πρόκειται για το Μασκάνι και για την μονόπρακτη όπερα του «Καβαλλερία Ρουστικάνα» που δίνεται στη Ρώμη μια βραδιά του Μαΐου του 1890, όταν ο συνθέτης είναι μόλις 27 ετών και έχει βραβευθεί σε ένα διαγωνισμό για σύνθεση όπερας που είχε προκηρύξει ο μουσικοεκδότης Σοντσόνιο.

Η μονόπρακτη αυτή όπερα που δεν διαρκεί παρά μια ώρα, προσφέρει κάτι το εντελώς καινούργιο στους έκπληκτους ακροατές – θεατές εκείνης της εποχής: Δεν έχει για θέμα της ούτε ιστορικά δράματα, δεν βασίζεται σε ένα λιμπρέτο βγαλμένο από κανένα έργο μεγάλου συγγραφέα, ούτε σε λαϊκούς παλιούς θρύλους, δεν κλείνει καμιά φιλοσοφία, καμιά κοσμοθεωρία.
Mascagni : Cavalleria rusticana, Intermezzo - 5 min.

Mascagni : Cavalleria rusticana "Voi lo sapette o Mamma" - 6 min.

Mascagni : Cavalleria rusticana "Inneggiamo" - 4 min.

Mascagni : Cavalleria rusticana "Adio alla Madre" - 4 min.
Για λιμπρέτο παίρνει κάποιο λαϊκό δράμα από τα τόσα που μπορούν να συμβούν στη ζωή και η μουσική όλο ζωντάνια με τις απότομες αντιθέσεις της, γοητεύει με τις απλές μελωδίες της, ήδη πριν ανοίξει η αυλαία, όταν ο Τουρίντου τραγουδάει συνοδευόμενος από την άρπα, την ερωτική του σερενάτα για την Λόλα. Η υπόθεση καθώς ξέρουμε, διαδραματίζεται σε ένα χωριό της Σικελίας. Πασχαλινή ημέρα είναι η ατμόσφαιρα, εκκλησία του χωριού, ταβερνούλα, η χαρά της Λαμπρής αντίκρυ στο άγριο Σικιλιάνικο πάθος, η καταστροφική ζήλεια της προδομένης Σαντούτσας, η προσβλημένη τιμή του συζύγου, του Άλφιου, το ξέπλυμα της τιμής με το αίμα του εραστή. Και να, με αυτή την όπερα, δημιουργείται ο νέος τύπος : Η «βεριστική όπερα».

Γιατί την λένε «βεριστική» και τους συνθέτες που ακολούθησαν αυτόν το τύπο «βεριστές»; Οι λέξεις προέρχονται από την ιταλική λέξη «βεριτά» (verita και γαλλικά verite ) που θα πει «αλήθεια» και ο γενικός ορισμός «βερισμός» ισοδυναμεί με τον ορισμό «νατουραλισμός» που σημαίνει «φυσικότητα» ή «ρεαλισμός» που το ίδιο θέλει να πει – πραγματικότητα, πραγματισμός.

Ακριβώς λίγο πριν από την «Καβαλλερία», είχαν αρχίσει να διαδίδονται στην Ιταλία τα μυθιστορήματα του Εμίλ Ζολά που είχε καθιερώσει το «νατουραλιστικό» ύφος, λέγοντας τα πράγματα έτσι όπως είναι, ακόμα και αν είναι άσχημα και πρόστυχα. Ο ιταλικός «βερισμός» είναι το αντίστοιχο ύφος του γαλλικού «νατουραλισμού» και οι βεριστές συνθέτες αυτό θέλησαν να κάνουν και το πέτυχαν ως ένα σημείο – να παρουσιάσουν στη σκηνή έργα βγαλμένα από την πραγματική ζωή, με αισθήματα αληθινά, ακόμα και άσχημά, με ζωντανή μουσική, που να αγγίζει άμεσα τις καρδιές του μεγάλου κοινού.

Τώρα, βέβαια, και αυτή η μουσική μπορούσε νάναι πιο τεχνική, πιο «δουλεμένη», χωρίς να χάνει τίποτα από την δραματικότητα της και την ζωντάνια της όπως άλλωστε και έγινε – αν ο Μασκάνι στην «Καβαλλερία» του δεν πολυσκοτίζεται για την τεχνική επεξεργασία της ορχήστρα του, εκτός από το ωραίο συμφωνικό ιντερμέτζο, πριν από την καταστροφή, όπου ξαναπαίρνει το θέμα της εκκλησιαστικής χορωδίας της αρχής, αμέσως μετά έχουμε μια άλλη πασίγνωστη ‘όπερα, δίπρακτη αυτή, τους «Παλιάτσους» του Ρουτζιέρο Λεονκαβάλλο που πρωτοπαίχθηκαν στο Μιλάνο, δυο χρόνια μετά την «Καβαλλερία»- το 1892- και που έχουν περισσότερες μουσικές αξιώσεις.

Η μουσική στους «Παλιάτσους» είναι πιο λεπτολογημένη, τα θέματα της πιο εκφραστικά και πιο χαρακτηριστικά, ανάλογα με τους ήρωες του δράματος, η ορχήστρα δείχνει μια αξιόλογη τεχνική, τα χρώματα είναι ζωηρά και έντονα, το αστείο μπλέκεται με το τραγικό με εντελώς ξεχωριστή τέχνη, οι μελωδίες έχουν μια αξιοθαύμαστη ποικιλία.
Leoncavallo : Pagliacci , Intermezzo - 4 min.

Leoncavallo : Pagliacci, Arlecchino e Colombina - 2 min.

Leoncavallo : Pagliacci "Vesti la Giubba" 5 min.
Το παράξενο είναι ότι και οι δυο αυτοί συνθέτες, χρωστούν την παγκόσμια φήμη τους, μόνο σε αυτά τα έργα τους, στην «Καβαλλερία» ο Μασκάνι, στους «Παλιάτσους» ο Λεονκαβάλλο. Έγραψαν και οι δυο τους ακόμα μερικές όπερες που όμως δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν τα ιταλικά σύνορα και ακόμα και μέσα στην Ιταλία σπάνια παίζονται ή καθόλου.

Ο Μασκάνι που γεννήθηκε στο Λιβόρνο το 1863 και πέθανε στη Ρώμη το 1945, αφού γύρισε σε όλο τον κόσμο, ακόμα και στην Αμερική διευθύνοντας μια ιταλική ορχήστρα, έγραψε το «Φίλο Φριτς», το «Μικρό Μαρά», το «Ράτκλιφ».

Ο Λεονκαβάλλο που γεννήθηκε στην Νάπολι το 1858 και πέθανε το 1919 στα λουτρά του Μοντεκατίνι, κοντά στη Φλωρεντία, είχε περισσότερο ταλέντο από τον Μασκάνι, και καθώς λένε, ήταν περισσότερο μορφωμένος. Ωστόσο και αυτός δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει τους «Παλιάτσους» του. Έγραψε τις όπερες «Ζαζά», μια «Μποέμ» που όμως έσβησε μπροστά στη «Μποέμ» του Πουτσίνι και κατά παραγγελία του αυτοκράτορα της Γερμανίας Γουλιέλμου 2ου, που είχε ενθουσιαστεί με τους «Παλιάτσους», την όπερα «Ο Ρολάνδος του Βερολίνου» που παίχθηκε στο Βερολίνο το 1904 και απέτυχε.

 Ο Τζιάκομο Πουτσίνι

 

Αλλά να ο μεγάλος εκπρόσωπος της «βεριστικής» σχολής – ο Πουτσίνι που οι όπερες του παίζονται και θριαμβεύουν σε όλες τις Λυρικές Σκηνές του κόσμου. Γεννήθηκε στη Λούκκα (Τοσκάνα) το 1858 και ήδη, το 1893 κατακτάει την πρώτη του επιτυχία με την όπερα «Μανόν Λεσκώ» όπου παίρνει το ίδιο θέμα με την πασίγνωστη «Μανόν» του Μασσενέ. Αλλά η όπερα που έκανε τον Πουτσίνι διάσημο, σε όλο τον κόσμο, είναι η «Μποέμ» του, που την μελωδική δροσιά της, την συναρπαστική μουσική της, ο Πουτσίνι δεν ξαναβρήκε παρά σε λιγοστά μέρη από τις άλλες όπερες του. Η «Μποέμ» πρωτοπαίχθηκε στο Τορίνο το 1896. Ακολουθεί η «Τόσκα» το 1900 – ίσως το πιο βερίστικο έργο που υπάρχει, με την τόσο ωμή έκφραση του βίαιου πάθους – έπειτα η «Μαντάμ Μπαττερλάϋ» (1904), η «Φαντσιούλλα ντελ Ουέστ» (Κοπέλλα της Δύσης) που γράφτηκε για την Αμερική και πρωτοπαίχθηκε στην Νέα Υόρκη το 1910, κατώτερη όμως από τα προηγούμενα έργα του, τόσο από μουσικής άποψης, όσο και από άποψη κειμένου. Η «Φαντσιούλλα» παίζεται ακόμα, σπανιότερα όμως από τις άλλες όπερες του Πουτσίνι. Όλη η ιστορία με τις διάφορες περιπέτειες, θυμίζει μάλλον αμερικανική κινηματογραφική ταινία και η μουσική είναι αρκετά άνιση – ωστόσο παίζεται κάπου-κάπου, όταν μάλιστα υπάρχει μια μεγάλη τραγουδίστρια για το δύσκολο ρόλο της Μίννι.

Puccini : Manon Lescaut, Intermezzo - 6 min.

Puccini : Manon Lescaut, Love duet - 9 min.

Puccini : Manon Lescaut "Donna non midi mai" - 3 min.

Puccini : La Boheme " Si mi chiamano Mimi" - 5 min.

Puccini : La Boheme "Che gelida manina" - 5 min.

Puccini : La Tosca "E lucevan le stelle" - 3 min.

Puccini : Tosca "Vissi d' arte" - 3 min.

Puccini : Tosca "Va, Tosca (Te Deum)" - 5 min.

Puccini : Madame Butterfly "Vogliatemi bene"- 8 min.

 
Puccini : Madame Butterfly "Un bel di vedremo" - 5 min
 
 

Μετά την «Φαντσιούλλα ντελ Ουέστ», ο Πουτσίνι σωπαίνει για κάμποσο καιρό, για να παρουσιασθεί το 1918 με τρία καινούργια μονόπρακτα έργα – Το «Τσιαννί Σκίκκι» μια χαριτωμένη μουσική κωμωδία, το «Ταμπάρρο» (Μανδύας) και η «Σορέλλα Αντζέλικα». Όσο πέτυχε ο «Τζιάννι Σκίκκι», τόσο απότυχαν οι δυο άλλες μονόπρακτες όπερες. Το «Ταμπάρρο» είναι μια φρικτή τραγωδία από τον παριζιάνικο υπόκοσμο, η «Αδελφή Αγγέλικα» είναι η ιστορία μιας νεαρής καλόγριας που αυτοκτονεί για να πάει να συναντήσει το πεθαμένο παιδί της.
Puccini : G. Schicchi "O mio babbino caro" - 3 min.
Στην τελευταία του όπερα, ο Πουτσίνι ξαναβρίσκει το παλιό εαυτό του. Είναι η «Τουραντό» που πρωτοπαίχτηκε στο Μιλάνο το 1926 αφού την συμπλήρωσε ένας άλλος Ιταλός συνθέτης, ο Φράνκο Αλφάνο, γιατί ο Πουτσίνι πέθανε το 1924 χωρίς να προφθάσει να την τελειώσει. Το τελευταίο ντουέτο και το φινάλε είναι του Αλφάνο.

Puccini : Turandot "Nessun Dorma" - 6 min.

Puccini : Durandot "non piacere Liu" - 6 min.

Η «Τουραντό» βασίζεται σε ένα πανάρχαιο κινεζικό θρύλο και έχει δραματοποιηθεί, πριν από τον Πουτσίνι, από τον Ιταλό Γκότσι και το Γερμανό Σίλλερ. Στο λιμπρέτο της όπερας, ο Πουτσίνι που οδήγησε τους λιμπρετίστες του Ζ. Αντάμι και Ρ. Σιμόνι, βάζει αντιμέτωπη την σκληρή πριγκήπισσα Τουραντό που αποκεφαλίζει τους υποψήφιους μνηστήρες της όταν δεν έλυναν τα τρία αινίγματα που τους πρότεινε, την γλυκιά και τρυφερή σκλάβα Λιού που θυσιάζεται από έρωτα για τον Κάλαφ, το νικητή. Λένε πως ο Πουτσίνι εμπνεύστηκε την προσωπικότητα της Λιού από την αφοσίωση κάποιας μικρής υπηρέτριας του. Όπως και αν είναι, στην «Τουραντό» βρίσκουμε πιο εξελιγμένη τη μουσική του Πουτσίνι, τόσο στα κόρα που παίρνουν εδώ μια πιο σημαντική θέση από άλλοτε – ιδίως στη πρώτη πράξη – όσο και στην ορχήστρα που γίνεται πιο πλούσια και πιο κυρίαρχη. Εξωτικές μελωδίες πλέκονται με αισθηματικές, καθάρια ιταλικές, όπως το ελεγειακό επιθανάτιο τραγούδι για τη Λιού – που είναι η τελευταία μουσική του συνθέτη. Πάντως ο Πουτσίνι δεν ξαναβρήκε σε καμιά του όπερα την έμπνευση της «Μποέμ».

 

Οι άλλοι βεριστές και ο Σαμάρας

 

Στους Ιταλούς «βεριστές» θα πρέπει να συγκαταλέξουμε το σύγχρονο του Πουτσίνι, Ουμπέρτο Τζιορντάνο που γεννήθηκε στη Φότζια το 1867 και πέθανε στο Μιλάνο το 1948. Κοσμαγάπητη είναι η όπερα του «Ανδρέας Σενιέ» με θέμα το ποιητή Σενιέ που αποκεφαλίστηκε από την Γαλλική επανάσταση, ένα ωραίο μουσικό έργο που παίζεται ακόμα στην Ιταλία και αλλού.
Giordano : Andrea Chenier, Final scene act 4 - 8 min.
Άλλα έργα του Τζιορντάνο είναι η «Φαιδώρα», η «Σιβηρία» και η «Κυρία δεν με μέλλει».

Ένας συνθέτης που πρέπει να λογαριαστεί σαν βερίστας, είναι ο Αρρίγκο Μπόϊτο, στενός φίλος του Βέρντι που ήταν συνάμα και ποιητής και έγραψε τα λιμπρέτα του «Φάλσταφ» και του «Οθέλλου» για τις ομώνυμες όπερες του Βέρντι. Από τις όπερες του Μπόϊτο, επιτυχία σημείωσε ο «Μεφιστοφέλε» (1868), γραμμένος πάνω στο «Φάουστ» του Γκαίτε. Μια άλλη όπερα ο «Νέρων» δεν είχε επιτυχία. Ο Μπόϊτο γεννήθηκε το 1842 στην Πάντοβα και πέθανε στο Μιλάνο το 1918.
Boito : Mefistofele, Prolongo 1 - 9 min.
Τέλος, στους Ιταλούς βερίστες πρέπει να συγκαταλέξουμε και το δικό μας τον Έλληνα Σπύρο Σαμάρα και μάλιστα ανάμεσα στους πρωτοπόρους του βερισμού, αφού η όπερα του «Φλόρα Μιράμπιλις» παίχθηκε ήδη το 1886 – πριν δηλαδή από την «Καβαλλερία», στο Μιλάνο. Δημοσιογραφική λέγεται πως η άρια «Γέλα Παλιάτσο» στους «Παλιάτσους» του Λέονκαβαλλο, είναι πιστή αντιγραφή μιας ρομάντζας του Σαμάρα στην αποτυχημένη του όπερα «Λιονέλλα» που παίχθηκε το 1891.
Samaras : Flora Mirabilis " Χορός των λουλουδιών" - 6 min.

Samaras : Flora Mirabilis " Ο χορός των δαιμόνων" - 6 min.


Η όπερα όμως δεν σταματάει εδώ. Η όπερα με όλη την παραδοξότητα της  μένει ένα κυρίαρχο μουσικό είδος ιδιαίτερα προσιτό στο μεγάλο φιλόμουσο κοινό που όλοι οι συνθέτες του κόσμου δοκιμάζουν τις ικανότητες τους και το ταλέντο τους. Δεν είναι μόνο η Ιταλία και η Γερμανία που δημιούργησαν όπερες. Είναι και η νεώτερη Γαλλία, είναι η Ρωσία, οι Σκανδιναβικές χώρες, ακόμα και η Αμερική που πλούτισαν και πλουτίζουν το είδος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου