Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Μουσικής Παιδεία 8 ( Σειρά Άρθρων )

7. ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ

Τι είναι "μορφή" - πολύφωνη και ομόφωνη - Σουίτα και σονάτα - Μορφές παλιών χορών - η συμφωνία

Τι είναι " μορφή "
            
                     Κάθε έργο τέχνης έχει μια αρχή και ένα τέλος, ένα 'κορύφωμα" και ένα "πέσιμο", ένταση και χαλάρωση, ακολουθεί κάποια αχνάρια, μια γραμμή λογική - κι' αυτό το λέμε "μορφή" ή αν χρησιμοποιήσουμε την ιταλική ορολογία που έχει επιβληθεί γενικά στη μουσική, "φόρμα".
                       Χωρίς μια καθορισμένη μορφή, δεν μπορεί να υπάρξει έργο τέχνης. Καθορισμένες μορφές ακολουθούν οι ζωγράφοι, οι γλύπτες, οι ποιητές, οι λογοτέχνες. Μα τι λέω ! Το φόρεμα σας κυρίες μου, αν δεν έχει "μορφή", δεν θα είναι καθόλου ωραίο, γιατί κι ' αυτό είναι ένα έργο τέχνης που βασίζεται πάνω σε ορισμένα αχνάρια, σύμφωνα, βέβαια με τη μόδα κάθε εποχής, που δίνει την βάση για τη μορφή που θα ακολουθήσετε. Ο ίδιος μας ο λόγος, η ομιλία μας έχει μια μορφή: λέμε λέξεις που σχηματίζουν προτάσεις που τονίζονται ανάλογα με αυτό που θέλουμε να εκφράσουμε, που χωρίζονται με κόμματα ή τελείες - όταν η πρόταση τελειώνει για να αρχίσει μια άλλη - ή με θαυμαστικά ή με ερωτηματικά. Και μπορείτε να φανταστείτε ένα ποίημα με μια ακατάστατη παράταξη από στοίχους, άλλο πιο μακρύ, άλλο πιο κοντό, χωρίς μέτρο, χωρίς ρυθμό ; Όχι βέβαια. Και εδώ στο ποίημα υπάρχει μια μορφή, ένα "σχήμα". Το ίδιο συμβαίνει και στη μουσική. Ένα μουσικό έργο, για να μας δώσει μια ενιαία, μια λογική καλλιτεχνική συγκίνηση, πρέπει να έχει μορφή, φόρμα.
                    Μορφή έχουν και οι πιο πρωτόγονες λαϊκές μουσικές όπως π.χ. οι μουσικές των μαύρων της Αφρικής : το τύμπανο που συνοδεύει τους χορούς τους χτυπάει ρυθμικά, κόβεται, ξαναρχίζει, δυναμώνει, γίνεται πιο σιγανό, ξαναδυναμώνει, σύμφωνα με τα χορευτικά τους βήματα, τα πηδήματα, τους γύρους που όλα επαναλαμβάνονται σε ορισμένα διαστήματα.

Πολύφωνη και ομόφωνη

                    Σε προηγούμενα μέρη σας εξήγησα πως η μουσική των αρχαίων Ελλήνων , όπως και άλλων αρχαίων λαών, ήταν μονόφωνη. Αυτό όμως δεν θα πει πως δεν είχε μια μορφολογική διατύπωση, τόσο σπουδαία μάλιστα, όσο είναι και οι μορφές της σημερινής μουσικής. Μόνο που επειδή τότε η μουσική ήταν σφιχτοδεμένη με τη ποίηση και το χορό - οι αρχαίοι Έλληνες με το ορισμό "μουσική" εννοούσαν και τις τρεις αυτές τέχνες, δηλαδή την κυρίως μουσική, την ποίηση και το χορό - τις μορφές τις αρχαίας ελληνικής μουσικής, τις βρίσκουμε στις αρχαίες ποιητικές μορφές, στους στοίχους των αρχαίων ποιητών, στις αρχαίες τραγωδίες που έχουν διασωθεί, ενώ γραπτά μνημεία της αρχαίας ελληνικής μουσικής δεν σώζονται παρά ελάχιστα. Αλλά από τις περιγραφές και τους χαρακτηρισμούς των αρχαίων συγγραφέων ξέρουμε πόσο στενά ήταν δεμένη η μουσική με την ποίηση και το χορό, αφού οι δραματικοί συγγραφείς, ήταν οι ίδιοι και οι μουσικοί και χορογράφοι των έργων τους.
Αλλά μήπως και στην λαϊκή μας μουσική, στις λαϊκές μελωδίες - που είναι συνήθως μονόφωνες - στους λαϊκούς μας χορούς, δεν βρίσκουμε μια μορφή. Οι μουσικές φράσεις επαναλαμβάνονται, διαδέχεται η μια την άλλη με λογική σειρά και συνέχεια, έτσι που μπορούμε να παρακολουθούμε φυσικά και αβίαστα τη ροή της μελωδίας, της μελωδίας που πάλι βγαίνει από το ρυθμό των στοίχων, όταν η μουσική είναι δεμένη με λόγια όπως συνηθίζεται πολύ στην λαϊκή μουσική ή στήνεται πάνω στις τυπικές επαναλήψεις των χορευτικών βηματισμών, όταν πρόκειται για καθάρια χορευτική μουσική.
Από το τραγούδι ξεκίνησε ο άνθρωπος για να φτιάξει τα μουσικά όργανα, από το τραγούδι ξεπήδησαν, χάρη στους σοφούς και μεγάλους μουσικούς - που πολλοί τους έμειναν, ως τόσο άγνωστοι - οι τόσες μουσικές μορφές που χαιρόμαστε σήμερα..
Από το πολυφωνικό τραγούδι που καλλιεργούσαν με τόσο πάθος στα μοναστήρια της Δύσεως ξεπήδησε μια πρώτη μορφή : η πολύφωνη ή  αντιστικτική.
Εδώ ανοίγει μια παρένθεση : Επειδή σε προηγούμενα άρθρα , εξήγησα τι είναι αντίστιξη και τι αρμονία, καλό θα ήταν να τους ξαναρίξετε μια ματιά, για να κατατοπιστείτε καλύτερα. Κλείνει η παρένθεση.
Η πολυφωνική μουσική γεννήθηκε τον παλιό καιρό, όταν η μουσική ήταν κυρίως, αποκλειστικά σχεδόν, φωνητική. Στα μοναστήρια είχαν τότε τόσο πολυπρόσωπες χορωδίες που ήταν φυσικό να σκεφθούν να δημιουργήσουν μια ανεξαρτησία στην κίνηση των φωνών. Κι' έτσι με το καιρό και την εξέλιξη γεννήθηκε η αντιστικτική τέχνη , το "κοντραπούκτο" όπου η κάθε φωνή "έτρεχε" κάτω από την άλλη, δημιουργώντας μια άλλη, ανεξάρτητη μελωδία, συνταιριασμένη όμως, σύμφωνα με ορισμένους κανόνες, με τις άλλες φωνές.
Αυτή η τέχνη κατάντησε να γίνει αληθινή επιστήμη. Σήμερα ξέρουμε μονάχα δίφωνες, τρίφωνες, τετράφωνες χορωδίες. Στον 14 και 15 αιώνα οι μεγάλοι δάσκαλοι της πολυφωνικής σχολής των κάτω χωρών ( Ολλανδία, Βέλγιο, Φλάνδρα) κατάντησαν να γράφουν λειτουργίες για τριάντα, ακόμα και για πενήντα φωνές ! Βέβαια αυτά τα έργα δεν ευχαριστούσαν το αυτί, κι ' αν προκαλούσαν το θαυμασμό σ' αυτούς που μπορούσαν να τα διαβάζουν, δεν συγκινούσαν. Αλλά ως τόσο από αυτές τις πολύφωνες χορωδίες, βγήκε η πολυφωνική ή αντιστικτική μορφή.
Η άλλη μορφή που γεννήθηκε αργότερα είναι η ομόφωνη που συνταιριάζει τους διάφορους ήχους, πάλι με ορισμένους κανόνες που αποτελούν την τέχνη και την επιστήμη που λέγεται αρμονία. Συνταιριάζει τους ήχους σε συγχορδίες από τρεις, πέντε ή και περισσότερους ήχους. Θάλεγα για περισσότερη κατανόηση ότι η πολυφωνική ή αντιστικτική μορφή είναι οριζόντια, ενώ η άλλη η ομόφωνη  ή αρμονική είναι κάθετη.
Από αυτές τις δυο πρώτες και γενικές μορφές, βγήκαν όλες οι άλλες, με την εξέλιξη και την καλλιέργεια τους από τους διάφορους συνθέτες που όμως συχνά στα έργα τους, χρησιμοποιούν και τις δυο αυτές μορφές, τόσο την πολύφωνη, όσο και την ομόφωνη. Τόσο την αντίστιξη, όσο και την αρμονία.

Σουίτα και σονάτα
Μορφές παλιών χορών

Από τις πιο παλιές μορφές που χρησιμοποιούνται, βέβαια και σήμερα, είναι η σουίτα και η σονάτα.
Σουίτα ( λέξη ιταλική) θα πει Ελληνικά συνέχεια. Και αρχικά , στον 16 και 17ο αιώνα, ήταν μια συνέχεια από τέσσερις χορούς, ιδίως γαλλικούς που από τον 16ο αιώνα είχαν διαδοθεί σε όλη την Ευρώπη και που τα γαλλικά τους ονόματα  υιοθετήθηκαν παντού κι' έτσι έμειναν για πάντα.
Ιδού η σειρά από αυτούς τους χορούς; "αλλεμάντ", "σαραμπάτ", "μενουέ", "ζιγκ" ή "ρόντο" που η ρυθμική τους αγωγή, είναι στη σειρά: αλλέγκρο μοντεράτο, αντάντσιο, αλλεγκρέτο, αλλέγκρο ( τους ορισμούς αυτούς εξήγησα σε προηγούμενο άρθρο).
Στη Γερμανία την σουίτα την λένε παρτίτα.
Ο χορός " αλλεμάντ " που θα πει γερμανικός χορός έχει μια περίεργη και λίγο αστεία ιστορία. Δεν είναι πραγματικά γερμανικός χορός, αλλά γεννήθηκε στη Γαλλία. Είναι ένας χορός σε 4 χρόνους, μάλλον αργός  (αλλέγκρο μοντεράτο) που εφευρέθηκε- λέει η παράδοση- από τους Γάλλους για να κοροϊδέψουν τους δυσκίνητους Γερμανούς φαντάρους ! Ο "αλλεμάντ" είχε διαδοθεί πολύ στη Γαλλία κατά τον 16ο αιώνα  και οι Γερμανοί τον πήραν  και τον υιοθέτησαν, χωρίς να φαντάζονται την ιστορία του. Οι Γερμανοί όμως συνθέτες έφτιαξαν από αυτό το χορό αριστουργήματα.
Ο χορός " σαραμπάντ " είναι ένας ευγενικός, αριστοκρατικός χορός, που γεννήθηκε στην Ισπανία- τον αναφέρει και ο Θερβάντες (1547-1616), ο δημιουργός του " Δον Κιχώτη" - και έπειτα διαδόθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Είναι ένας χορός σε τρεις χρόνους, αργός (αντάντε ή αντάτσιο).
   Το "μενουέ" ή Ιταλικά "μενουέτο", είναι γαλλικός χορός με μέτρια κίνηση (αλλεγκρέττο), σε τρεις χρόνους με πολλές φιγούρες που από την αυλή του Λουδοβίκου 14ου, όπου χορεύονταν με πάθος από την αριστοκρατία, διαδόθηκε και αυτός σε όλη την Ευρώπη.

Μουσικής Παιδεία 7 ( Σειρά Άρθρων )

6. Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ (συνέχεια )



Γυναικείες Φωνές - Τις ξεχωρίζουν συνήθως σε δυο κατηγορίες :  υψίφωνες και μεσόφωνες - σοπράνο και μέτσο-σοπράνο , κατά τους ιταλικούς όρους που έχουν επικρατήσει. Ωστόσο, αυτός ο χωρισμός δεν είναι σωστός, γιατί έχουμε τριών ειδών υψίφωνες :
1.Την ελαφριά υψίφωνο ( ή λετσέρα), μια φωνή εξαιρετικά ευλύγιστη, συχνά πολύ λεπτή, χωρίς "πάχος" που κινείται άνετα στις πιο ψηλές νότες και εκτελεί κάθε απαίτηση της δεξιοτεχνίας, σκάλες κάθε είδους, τρίλιες, λαρυγγισμούς, στακάττι κλπ. Η φωνή αυτή ταιριάζει σε ρόλους , νεανικούς, παιχνιδιάρικους, λαμπερούς, σαν της Ροζίνας π.χ. στο "Κουρέα της Σεβίλλης"  ή της Λακμέ.



Rossini - Il barbiere di Seviglia, Aria di Rosina - Una voce poco fa.
2. Τη λυρική υψίφωνο που έχει περίπου την ίδια έκταση σαν της ελαφριάς υψιφώνου, αλλά λιγότερη ευκολία στις ψηλές νότες, είναι όμως πιο "γεμάτη" και πιο εκφραστική. Είναι η φωνή που ταιριάζει στη Μαργαρίτα του "Φάουστ" , στην Μαντάμ Μπαττερφλάυ, στη "Τραβιάτα".



Gounod : Faust , aria Marguerite "Jewel Song"



Puccini : M. Butterfly, Maria Callas in aria "Un bel di, Vedremo.."




Verdi : Traviata, aria " Sempre Libera"
3. Την δραματική υψίφωνο, μια φωνή πλούσια, γεμάτη με μεγάλη έκταση που αν δυσκολεύεται κάπως στις ψηλές νότες, παίρνει δυο ή τρις νότες πιο χαμηλά από τις προηγούμενες. Είναι η φωνή που ταιριάζει σε ρόλους δραματικούς και παθητικούς όπως της " Αιντας", της "Τόσκα" .


Verdi : Aida , aria "O Patria mia" Rosa Hernandez


Puccini : Tosca, aria "Vissi d'arte" Maria Callas
Οι χαμηλές γυναικείες φωνές χωρίζονται σε δυο κατηγορίες : Στις μεσόφωνες ( μέτζο-σοπράνο) και στις φωνές "κοντράλτο".
Η μέτζο-σοπράνο είναι ανάμεσα στην υψίφωνο και την κοντράλτο και μοιάζει πότε με την δραματική σοπράνο, πότε με την κοντράλτο, χωρίς στις κάτω νότες να είναι τόσο εύηχη όπως της κοντράλτο και ούτε να έχει τις ευκολίες στις ψηλές νότες που έχει η σοπράνο. Είναι όμως μια φωνή "γεμάτη", στρογγυλή και επί πλέον εύστροφη και ευλύγιστη, ικανή να εκφράσει τα πιο ευγενή αισθήματα. Είναι η φωνή που ταιριάζει απόλυτα στο ρόλο της Κάρμεν που δυστυχώς συχνά εμπιστεύονται σε τραγουδίστριες που η φωνή τους ή είναι ανεπαρκής ή είναι υπερβολικά βαριά.
Η κοντράλτο είναι η πιο χαμηλή γυναικεία φωνή, παίρνει περίπου δυο οκτάβες. Είναι μια φωνή πολύ σπάνια και γι 'αυτό συχνά την αντικαθιστούν με φωνές μέτζο-σοπράνο που όμως δεν έχουν στις χαμηλές νότες την αρρενωπή και "γεμάτη" ηχητικότητα της κοντράλτο, όπως και η κοντράλτο δεν έχει τις ψηλές νότες, τη "λάμψη" της μετζο-σοπράνο. Ρόλους γραμμένους για πραγματικές φωνές κοντράλτο, βρίσκουμε στο ιταλικό μελόδραμα, όπως π.χ. το ρόλο της Ατσουτσένα στο "Τροβατόρε".


Verdi : il Trovatore, aria Azucena ( Elena Chavdarova)
Ανάμεσα στην καθαυτό μέτζο και την κοντράλτο , βρίσκουμε όχι σπάνια, μερικές φωνές μέτζο, πιο ελαφρές, λιγότερο ογκώδης, λιγότερο ηχηρές και μικρότερη έκταση από εκείνη της καθαυτό μέτζο. Είναι φωνές που με την μελέτη γίνονται πολύ εύστροφες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν στις κλασικές οπερέτες. Αυτές τις φωνές οι Γάλλοι τις λένε "Μέτζο-Ντυκαζόν" από το όνομα μιας διάσημης τραγουδίστριας που με μια τέτοια φωνή διάπρεπε στις κωμικές όπερες και στις οπερέτες.
Βάση για το καλό, σωστό τραγούδι είναι η τοποθέτηση της φωνής κι' αυτή είναι η πρώτη φροντίδα του καθηγητή : να ανεβάσει τη φωνή μπροστά, όσο το δυνατόν πιο μπροστά, πιο "έξω" έτσι που να αποκτήσει όλη της την διαύγεια και την ηχηρότητα και να απαλλαχθεί από το βάρος της φωνής εκείνης, που λέμε " φωνή του στήθους" που χρησιμοποιούν δυστυχώς οι τραγουδίστριες μας του ελαφρού τραγουδιού. Στις χαμηλές νότες μπορεί μια κοντράλτο ή μια μέτζο να χρησιμοποιήσει αυτή τη φωνή " του στήθους " για να τις δώσει πιο μεγάλη ένταση, αλλά η πραγματική τέχνη έγκειται ακριβώς στο να πετυχαίνεται η ένταση χωρίς αυτό το βάρος της φωνής του στήθους και αν δεν είναι δυνατόν να γίνει αλλιώς, το πέρασμα από την φωνή του στήθους στη φωνή του " κεφαλιού " , όπως λέμε το κανονικό τραγούδι, να γίνεται έτσι που να μην αλλοιώνεται  η ποιότητα η " υφή " της φωνής.
Οι ανδρικές φωνές έχουν μια επιπλέον ιδιότητα : το φαλτσέτο
Τι είναι το φαλτσέτο ; Μια φωνή ψεύτικη σαν παιδική που χρησιμοποιούν όταν φθάσουν στις πιο υψηλές νότες και δεν μπορούν ούτε πιο ψηλά να φθάσουν, ούτε και κρατήσουν πολύ ώρα αυτές τις ψηλές νότες. Με το φαλτσέτο ανεβαίνουν ακόμα δυο-τρεις νότες που μπορεί να κρατήσουν όσο θέλουν και όσο τους επιτρέπει .....το γούστο τους. Το παλιό καιρό χρησιμοποιούσαν πολύ το φαλτσέτο ιδίως οι τενόροι, πετυχαίνοντας ξεχωριστές εντυπώσεις, γλυκύτητας και γοητείας. Η σημερινή τέχνη του τραγουδιού δεν παραδέχεται και ούτε ανέχεται αυτόν τον κακόγουστο τρόπο έκφρασης και το φαλτσέτο μένει μόνο για τους τραγουδιστές εκείνους που δυσκολεύονται στις ψηλές νότες ή δεν τις έχουν καθόλου και αναγκαστικά καταφεύγουν στο ψεύτικο αυτό μέσο.

Άρθρωση και προφορά

Το ωραίο τραγούδι, αυτό που θα μας συγκίνηση και θα μας γοητεύσει, δεν εξαρτάται μόνο από την ωραία φωνή. Εκτός από την καθ' αυτό τέχνη- τεχνική ας την πούμε καλύτερα-που συνίσταται στην σωστή τοποθέτηση της φωνής, στην ευκολία που θα ακολουθήσει το μουσικό κείμενο-σκάλες, λαρυγγισμούς, νότες δεμένες ή "χτυπητές" ( στακκάτι τις λέμε στη μουσική γλώσσα)-στο " φραζάρισμα", δηλαδή στην σωστή και ομοιογενή απόδοση κάθε μουσικής φράσης, με το τονισμό και την έκταση της, τραγουδιστής πρέπει να αρθρώσει και να προφέρει ολοκάθαρα και το ποιητικό κείμενο , τα λόγια δηλαδή του τραγουδιού ή της άριας.  Τραγούδι χωρίς ο ακροατής να καταλαβαίνει τα λόγια δεν έχει νόημα. Οι συνθέτες από το ποιητικό κείμενο εμπνέονται για να γράψουν είτε τα τραγούδια τους είτε τις όπερες τους και πάνω σε αυτό το κείμενο γράφουν  την μουσική τους, αλλιώς θα μπορούσαν να την γράψουν πάνω σε ένα φωνήεν μονάχα ή σε ένα " λα-λα-λα ". Επομένως τα λόγια, το κείμενο είναι δεμένα με τη μουσική και μόνο έτσι , δεμένα πρέπει να αποδοθούν από τον τραγουδιστή για να νοιώσει ο ακροατής την καλλιτεχνική απόλαυση.
Δυστυχώς στο τόπο μας, το ζήτημα της σωστής άρθρωσης και προφοράς παραμελείται. Και αυτό συμβαίνει, κυρίως, επειδή στα ωδεία μας, οι καθηγητές και οι καθηγήτριες επιβάλουν στους μαθητές να τραγουδούν σε ξένες γλώσσες που μάλιστα πολύ συχνά οι μαθητές δεν κατέχουν. Φυσικά τα περισσότερα αριστουργήματα του τραγουδιού - μελωδίες, όπερες, άριες - είναι γραμμένα από ξένους συνθέτες, σε ξένες γλώσσες και θα ήταν ανοησία να ισχυρισθώ πως πρέπει να περιοριστούμε στα έργα των Ελλήνων συνθετών. Σήμερα τα διάφορα μουσικά έργα αποδίδονται στη γλώσσα που γράφτηκαν από τους συνθέτες.

Έκφραση και ύφος

Αλλά υπάρχει και κάτι στο καλό, στο ωραίο τραγούδι. Η έκφραση και το ύφος. Ο τραγουδιστής που περιορίζεται να τραγουδάει με ωραία φωνή τις νότες και τα λόγια που είναι γραμμένα, χωρίς άλλη σκέψη, παρά πως θα αποδείξει τον όγκο, τη λάμψη και τη δύναμη της φωνής του, είναι ένας ανόητος, ένας κουτός. Επί πλέον δεν εκπληρώνει την αποστολή του που δεν συνίσταται  στο να λάμψει για δικό του λογαριασμό και να καταπλήξει ακροατές αμόρφωτους και επιπόλαιους, αλλά να κινήσει το ενδιαφέρον, να γοητεύσει, να συγκινήσει ακροατές, προσεκτικούς, φωτισμένους και ευαίσθητους.
Ο τραγουδιστής που θα αρκεσθεί στην ωραία του φωνή και έστω στην πιο τέλεια τεχνική , χωρίς να βάλει μέσα στο τραγούδι του την καρδιά του και τη σκέψη του, ποτέ δεν θα μπορέσει να συγκινήσει, γιατί θα του λείπει η σωστή, η αληθινή έκφραση. Γι' αυτό παράλληλα με τις μουσικές του σπουδές ο τραγουδιστής - μα μήπως αυτό δεν ισχύει για κάθε μουσικό - πρέπει να καλλιεργεί και το πνεύμα του, ώστε το τραγούδι του να έχει "ύφος - στυλ ". Τι λέμε στυλ ; Το να εκτελούμε ένα έργο, ένα τραγούδι σύμφωνα με το χαρακτήρα του, με την εποχή, με τον τόπο που γράφτηκε, ακόμα και με την προσωπικότητα του συνθέτη. Δεν μπορούμε π.χ. να τραγουδήσουμε ένα δημοτικό τραγούδι σε " στυλ όπερας ".