Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

Μουσικής παιδεία 20 ( Σειρά άρθρων )


Ο Μότσαρτ απέναντι στη ποίηση



Αν ο πρώτος «κλασσικός» της όπερας είναι ο Μοντεβέρντι με τον «Ορφέα» του (1607), ο πρώτος που βλέπει την όπερα σαν πραγματικό μουσικό είδος, η αληθινή μεγαλοφυΐα της «μουσικής όπερας» είναι ο Μότσαρτ. Ο ισχυρισμός αυτός χρειάζεται μια εξήγηση : Ο Μοντεβέρντι με τον «Ορφέα» του δίνοντας στην «υπόθεση» μια ιδιαίτερη σημασία και στη ποίηση πλήρη δικαιώματα αντίκρυ στη μουσική , βρίσκεται μαζί με το Γκλούκ και τον Βάγκνερ στην πλευρά του «μουσικού δράματος», ενώ ο Μότσαρτ βλέπει την όπερα σαν καθαρά μουσικό είδος, όχι πως δεν τον ενδιαφέρει η «υπόθεση», αλλά και αυτή ολόκληρη την παίρνει σαν μουσική και μόνο μουσική, ζωγραφίζοντας, πλάθοντας «μουσικά», τον κάθε του ήρωα, την κάθε ψυχική κατάσταση, το κάθε περιβάλλον- όλη την «υπόθεση» η μεγαλοφυΐα του Μότσαρτ την συλλαμβάνει σαν ένα μουσικό σύνολο, κυρίαρχη πάνω από την ποίηση μένει η μουσική και μόνο η μουσική. Είναι σαν έργα μουσικής δωματίου οι όπερες του Μότσαρτ όπου ο κάθε τραγουδιστής είναι σαν ένας σολίστας που η παραμικρή του παράβαση μπορεί να ταράξει και να σαλέψει όλο το έργο. Γι’ αυτό λέω πως ο Μότσαρτ είναι ο δημιουργός της «μουσικής όπερας» - όσο και αυτό φαίνεται παράξενο μια και η όπερα είναι ένα μουσικό είδος – και γι’ αυτό οι εκτελέσεις από όπερες του Μότσαρτ απαιτούν μια εντελώς ιδιαίτερη μουσικότητα των τραγουδιστών και μουσικών της ορχήστρας, μια βαθειά εξοικείωση με το ξεχωριστό του ύφος.



Μότσαρτ και Γκλούκ



Στην ιστορία της όπερας στέκονται δυο μεγάλες μορφές :
Ο Γκλούκ και ο Μότσαρτ.
Στο πεδίο της «σοβαρής όπερας», δεν ξεπέρασε το Γκλούκ, αλλά ούτε και είχε τη διάθεση κι’ ούτε καν τη πρόθεση να συνεχίσει το έργο του Γκλούκ. Ο Μότσαρτ ήταν πάρα πολύ μουσικός και πάρα πολύ αυθόρμητος ώστε να ακολουθήσει ένα «πρόγραμμα». Έτσι, αν στις δυο σοβαρές του όπερες, τον «Ιδομενέα» και το «Τίτο» βρίσκουμε κάτι από το ύφος του Γκλούκ – τα δραματικά κόρα και τα μπαλέτα – αυτό δεν δείχνει καθόλου πως ο Μότσαρτ αναγνώρισε ή θέλησε να συνεχίσει τη βασική μεταρρύθμιση του Γκλούκ . Τόσο στον Ιδομενέα, όσο και στον Τίτο λείπει η κλασσική απλότητα , η μεγάλη δραματική γραμμή του Γκλούκ. Αλλά τι σημαίνει αυτό, μπροστά στις ώριμες κωμικές όπερες του Μότσαρτ «Φίγκαρο», «Ντον Τζιοβάννι», «Έτσι κάνουν όλες» που μένουν αιώνια νέες, αιώνιες πηγές νεότητας, ξεχειλίζοντας από χαρά και ευθυμία!

Παρακολουθώντας την εξέλιξη του, βλέπουμε πως στα νεανικά, στα παιδικά του μάλλον έργα, ακολουθεί τα ιταλικά πρότυπα, παίρνοντας όλα τα στοιχεία της φόρμας των Ιταλών που όμως ακριβώς επειδή δεν τα παραμέρισε σαν το Γκλούκ, τα τελειοποιεί, τους δίνει βάθος, τα μεταπλάθει έτσι που τα κάνει δικά του και τα χρησιμοποιεί για να ανοίξει νέους δρόμους στην όπερα. Με την «Απαγωγή από το Σεράι» ο Μότσαρτ ανοίγει το δρόμο της γερμανικής όπερας, με το «Μαγεμένο αυλό» φθάνει στο τέρμα, γίνεται ο δημιουργός της γερμανικής όπερας, ανοίγει το δρόμο προς τον γερμανικό ρομαντισμό, προς τον «Φιντέλιο» του Μπετόβεν, το «Φράισουτς» του Βέμπερ, ακόμα και προς το μουσικό δράμα του Βάγκνερ….
Είναι καταπληκτική η μουσική που ενέπνευσε στο Μότσαρτ το λιμπρέτο του «Μαγεμένου αυλού», ένα λιμπρέτο ανόητο και παράλογο του Σικανέντερ ( ήταν ένας διευθυντής θεάτρου) , αντίθετα με τα χαριτωμένα και τόσο ισορροπημένα λιμπρέτα του Ντα Πόντε .

Εκείνο που τράβηξε και φτέρωσε την έμπνευση του Μότσαρτ εδώ είναι πολύ περισσότερο από τη «μαγική» ατμόσφαιρα, το μυστικό βάθος, η θρησκευτική ιδέα που παρασύρει τον Μότσαρτ σε μια θαυμαστή μουσική ιερατικής μεγαλοπρέπειας, σε ένα μουσικό συμβολισμό, σε ένα υψηλό ιδεαλισμό. Κι’ όπως όλα τα έργα του, είναι και εδώ η νίκη του Καλού ενάντια στο Κακό, είναι η νίκη του φωτός ενάντια στο σκοτάδι. «Οι αχτίδες του ήλιου εκμηδενίζουν τις δυνάμεις του Κακού» με αυτά τα λόγια τελειώνει το έργο.

Mozart : Magic flute - Queen of Night Aria, 3 min.






Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΟΠΕΡΑ

Ο «Φιντέλιο» του Μπετόβεν

Οι όπερες του Βέμπερ

«Φράισουτς» - «Ευρυάνθη» - «Όμπερον»


Έχουμε αναφέρει ότι ο Μότσαρτ άνοιξε το δρόμο της γερμανικής όπερας, ιδιαίτερα με την κωμική του όπερα «Μαγεμένος αυλός».
Η ορχήστρα έχει πάρει πια στις όπερες του Μότσαρτ ένα σπουδαίο ρόλο, το συμφωνικό σύνολο συνδέεται με το τραγούδι χωρίς να το πνίγει, η μελωδία, μένει ελεύθερη, χωρίς ως τόσο να κυριαρχεί όπως στις ιταλικές όπερες, κι’ ούτε το συμφωνικό μέρος θυσιάζεται στη ποίηση – στην απαγγελία – όπως στις όπερες του Γκλούκ. Όλα τα δένει ο Μότσαρτ με ένα σοφό τρόπο, τα δένει χωρίς να θυσιάζει τίποτα. Και, πρώτος αυτός, εγκαταλείπει τα αρχαία θέματα και διαλέγει τέτοια από τη καθημερινή ζωή ή από τον κόσμο της φαντασίας, όπως στο «Μαγεμένο αυλό», την όπερα που αγαπούσε ιδιαίτερα ο Μπετόβεν θεωρώντας την σαν το αριστούργημα του Μότσαρτ, όχι για το θέμα του ίσως, αλλά για τη μουσική του, για την πληρότητα και την ολοκλήρωση της μουσικής του σκέψης. Και αυτή ακριβώς η προτίμηση του Μπετόβεν, μας δείχνει τις ιδέες του για την όπερα, όπως και δικαιώνει τη γνώμη πως ο Μότσαρτ άνοιξε το δρόμο της γερμανικής όπερας.



Ο «Φιντέλιο» του Μπετόβεν



Πολλοί συνθέτες σύγχρονοι και μεταγενέστεροι του Μότσαρτ έγραψαν γερμανικές όπερες ακολουθώντας – ή προσπαθώντας να ακολουθήσουν – το ύφος του. Μερικά από αυτά, τα έργα είναι αξιόλογα, μερικά μπορεί να παίζονται ακόμα στη Γερμανία, ιδίως ορισμένες κωμικές όπερες, όμως, στη σειρά, μετά τον Μότσαρτ, τρία μεγάλα ονόματα λαμπρύνουν την ιστορία της γερμανικής όπερας, ξεπερνούν τα γερμανικά σύνορα και γίνονται παγκόσμια : Μπετόβεν, Βέμπερ, Βάγκνερ. Τον Βάγκνερ θα ακολουθήσει ο Ριχάρδος Στράους…
Μια και μόνη όπερα έγραψε ο Μπετόβεν : Τον «Φιντέλιο», παίρνοντας ένα θέμα που τον ενδιέφερε ξεχωριστά, που τον «πονούσε» : το θέμα της αγάπης, το θέμα της αφοσίωσης και της πίστης. Αυτός που μάταια αναζήτησε την αγάπη, τον πιστό έρωτα μιας ιδανικής γυναίκας, αυτός που διαψεύθηκε και απογοητεύτηκε κάθε φορά που νόμισε πως βρήκε το αντικείμενο των ονείρων του, αλλά που συνάμα σε όλη του τη μουσική δεν εμπνεύστηκε και δεν εξύμνησε παρά μονάχα ανώτερα και υψηλά αισθήματα, ήταν φυσικό να ελκυσθεί από αυτό το παλιό γαλλικό δράμα που τίτλος του ήταν «Λεονώρα ή ο Συζυγικός Έρωτας», γραμμένο από το Γάλλο δραματικό συγγραφέα Ιωάννη-Νικόλα Μπουγύ – που βέβαια δεν θα τον θυμόμαστε καθόλου χωρίς τον Φιντέλιο ! Το όνομα «Φιντέλιο» είναι δημιούργημα του Μπετόβεν, παρμένο από τη λέξη «Fedele” (Φεντέλε ιταλική : πιστός) και με αυτό βαφτίζει την ηρωίδα του, τη Λεονώρα, που πιστή μέχρι αυτοθυσίας στο σύζυγο της , ντύνεται ανδρικά και πηγαίνει και γίνεται υπηρέτης του δεσμοφύλακα της φυλακής όπου ένας εχθρός έχει κλείσει τον αγαπημένο της Φλορεστάν, για να προσπαθήσει να τον γλυτώσει, όπως και τον γλυτώνει από βέβαιο θάνατο – από το μαχαίρι του Πιτσάρο – του εχθρού του που είναι ο διευθυντής της φυλακής.
Αυτό το τόσο απλό θέμα, έκανε τον Μπετόβεν να γράψει ένα αριστούργημα όπου έβαλε όλη του την μεγαλοφυΐα. Τόγραψε και το ξανάγραψε πολλές φορές , αρκεί να σκεφθούμε ότι για το «Φιντελιο», ο Μπετόβεν έγραψε τέσσαρες εισαγωγές – «Λεονώρα αριθ.1», αριθ,2 και αριθ. 3 που από αυτές, η μεν πρώτη δεν χρησιμοποιήθηκε μετά τον Μπετόβεν, η δε δεύτερη και Τρίτη ( η πιο ωραία) παίζονται μόνο στις συναυλίες, ενώ την όπερα προλογίζει μια τέταρτη εισαγωγή ! Συχνά όμως η εισαγωγή «Λεονώρα αριθ.3» παίζεται ανάμεσα στην πρώτη και δεύτερη πράξη του έργου.
Αλλά ούτε και πέτυχε ο «Φιντελιο» όταν πρωτοδόθηκε στις 20 Νοεμβρίου του 1808, όχι μόνο εξαιτίας των μειονεκτημάτων του λιμπρέτου, αλλά και επειδή ο κόσμος ήταν αναστατωμένος από άλλα γεγονότα – μια εβδομάδα πριν από τη παράσταση είχε μπει ο Ναπολέων στη Βιέννη , μετά τη μάχη του Αούστερλιτς. Όπως και αν είναι, ο Μπετόβεν διόρθωσε πολλά και με την συνεργασία του Φρίντριχ Τράϊτσκε, που ήταν ο «επίσημος θεατρικός ποιητής» της Βιέννης, επέφερε πολλές αλλαγές στο πρωταρχικό λιμπρέτο, εντείνοντας την δραματική δράση και συμπτύσσοντας τις τρεις πράξεις σε δυο.
Και έτσι, η πραγματική πρεμιέρα δόθηκε μόλις το 1814, στις 23 Μαΐου. Από τότε ο «Φιντελιο» άρχισε να σημειώνει επιτυχία, πρώτα στην Αυστρία και στη Γερμανία και έπειτα, σιγά-σιγά, και στις άλλες χώρες. Πάντως η παγκόσμια επιτυχία άργησε να έρθει. Το συμφωνικό του ύφος, ο τόσο έντονος γερμανικός χαρακτήρας του, ήταν τα κυριότερα εμπόδια για την διάδοση και επιβολή του «Φιντέλιο» έξω από τα γερμανικά σύνορα.


Beethoven : Fidelio - O welche lust , 8 min.

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Μουσικής παιδεία 19 ( Σειρά άρθρων )

 Οι όπερες του Μότσαρτ
Οι παιδικές δημιουργίες - Τα έργα της ωριμότητας - Ο Μότσαρτ και η ποίηση - Δημιουργός της Γερμανικής όπερας.


Σε προηγούμενα άρθρα μιλήσαμε για την μεγάλη προσωπικότητα του Βολφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, την ζωή του, τις συμφωνίες του. Η μεγαλοφυϊα όμως του Μότσαρτ αγκαλιάζει όλα τα είδη, όλες της μορφές της μουσικής και παντού βάζει τη σφραγίδα της και πάντα κάθε έργο μένει αξεπέραστο.
Αφήνοντας για μια ακόμη φορά τα έργα του μουσικής δωματίου, τα ορατόρια, τα κοντσέρτα του, ας δούμε σήμερα τη θέση του Μότσαρτ στην ιστορία της όπερας και την προσφορά του στο μουσικό αυτό είδος.
Βρισκόμαστε στο μέσον του 18ου αιώνα, όταν είχε εξαπλωθεί σε όλη την Ευρώπη η "κωμική όπερα" : "όπερα-μπούφα" τη λέγανε οι Ιταλοί, "όπερα-κωμίκ" οι Γάλλοι. Το ανάλαφρο αυτό μουσικοχορευτικό είδος διαδόθηκε και στην Αγγλία και όπως ήταν επόμενο και σε όλη την κεντρική Ευρώπη, στην Αυστρία, στη Γερμανία και πλήθος από συνθέτες της εποχής, Αυστριακοί, Ούγγροι και Γερμανοί βάλθηκαν να γράφουν παρόμοια εργάκια που τα ονόμαζαν "Ζινγκ σπίιλε" ( Singspiele) από τις λέξεις "Ζίνγκεν" που σημαίνει "τραγουδώ" και "σπίιλε" που θα πει "παίζω". Η έννοια είναι "παίξιμο" ή "παιχνίδι" με τραγούδια, κωμωδία δηλαδή με τραγούδι. Αυτά τα "Ζινγκσπίιλε" είχαν τεράστια επιτυχία με τα νόστιμα τραγουδάκια τους, την απλή τους μουσική   και το εύθυμο κείμενο τους, λιγότερο ή περισσότερο έξυπνο. Ήταν κάτι που άρεσε στο λαό έπειτα από τα σοβαρά που είχε ακούσει. Μερικοί από τους συνθέτες αυτών των "Ζινγκσπίιλε" ακολουθούσαν το ύφος της γαλλικής όπερας-κωμίκ, οι περισσότεροι όμως εκείνο της ιταλικής "όπερα-μπούφα". Αυτό το ύφος, αυτές τις ιταλικές φόρμες, ακολουθεί και ο Μότσαρτ στα πρώτα του νεανικά - ή μάλλον παιδικά έργα.


Οι παιδικές όπερες


Είναι κάτι το απίστευτο, το μοναδικό : Είναι παιδάκι, μόλις 10 ετών, όταν ο Μότσαρτ γράφει την πρώτη του όπερα και μάλιστα κατά παραγγελία του αυτοκράτορα της Αυστροουγγαρίας Ιωσήφ του 2ου : Είναι η " Φίντα Σέμπλιτσε" (Ψευτοαθώα), μια σωστή κωμική όπερα που όμως δεν παίχθηκε, άγνωστο για ποιούς λόγους - μερικοί ιστορικοί λένε πως διάφορες ραδιουργίες εμπόδισαν την παράσ ταση - και έμελλε να παιχθεί για πρώτη φορά, έπειτα από 200 χρόνια στις γιορτές του Σάλτσπουργκ το 1956!

Mozart : La finta semplice, aria "Amoretti, che a scosi qui siete" - 4 min.

Mozart : La finta semplice, aria "Che scompiglio, che flagello..." - 3 min.

Mozart : La finta semplice, aria "Vieni, vieni o mio Ninetta" - 4 min.

Έτσι σαν πρώτη όπερα του Μότσαρτ θεωρείται η μικρή κωμική όπερα "Βαστιανός και Βαστιανή" που έγραψε σε ηλικία 12 ετών και που πρωτοπαίχθηκε στη Βιέννη το 1768, σε ένα ιδιωτικό μέγαρο.
Αλλά τότε κιόλας ο 12χρονός Μότσαρτ ήταν το "θαύμα του Σάλτσπουργκ" ( στο Σάλτσπουργκ είχε γεννηθεί στις 27 Ιανουαρίου 1756), το θαυματουργό παιδί που είχε συγκινήσει τη μισή Ευρώπη - έπαιζε πιάνο, βιολί, διάβαζε, αυτοσχεδίαζε, είχαν τυπώσει κιόλας τις σονάτες του για βιολί και τις πρώτες  συμφωνίες του!  Τίποτα το παράξενο λοιπόν, αν έγραψε και μια μικρή μουσική κωμωδία - ένα "Ζινγκσπίιλ" - σύμφωνα με τα γούστα της εποχής, σαν το "Βαστιανός και Βαστιανή".
Το παράξενο και το εκπληκτικό είναι πως, ενώ το παιδάκι Μότσαρτ είχε γυρίσει ήδη με το πατέρα του τη μισή Ευρώπη, είχε ακούσει όλες τις όπερες και όλες τις μουσικές κωμωδίες που παιζόνταν τότε, στο εργάκι αυτό "Βαστιανός και Βαστιανή", ενώ ακολουθεί τη φόρμα του είδους που έχουν δημιουργήσει οι Γάλλοι και οι Ιταλοί, μένει εντελώς ανεξάρτητος και πρωτότυπος : οι μικρές, χαριτωμένες του άριες, τα μικρά γοητευτικά σύνολα, όλα παίρνουν μια προσωπική σφραγίδα και στην άρια του Βαστιανού, όσο και στο ντουέτο με τη Βαστιανή, υπάρχουν κι'όλας κάποιοι τόνοι που προαναγγέλουν, από μακρυά βέβαια, τους τόνους που θα ακούσουμε αργότερα, στους "Γάμους του Φίγκαρο"....

Mozart : Bastien e Bastienne - 3 min.


Mozart : Bastian y Bastiana, Fragmento - 9 min.

Mozart : Bastien und Bastienne, aria "Befraget mit zartes kind" - 2 min.

Mozart : Bastien und Bastienne, terzetto finale "Kinder! Kinder!" - 4 min.

Ακολουθώντας το νεαρό Μότσαρτ στη μουσικοθεατρική του δημιουργία, θα σταματήσουμε στο Μόναχο, το χειμώνα του 1774-75, όταν ο φιλόμουσος ηγεμόνας Μαξιμιλιανός ο 3ος, του έχει παραγγείλει μια όπερα για τη περίοδο του καρναβαλιού : είναι η "Φίντα Τζιαρντινιέρα" ( η ψευτόπεριβολάρισσα) που μόνο το απίστευτα περδεμένο λιμπρέτο ( των Καλτσαμπίγκι και Κολτελλίνι) έγινε αιτία να ξεχαστεί για κάμποσα χρόνια, όσπου το μετέφρασε γερμανικά και το "σουλούπωσε" ο Λ. Μπεργκερ μεταφράζοντας και το τίτλο σε "Περιβολάρισσα από έρωτα". Πρόκειται για μια μαρκησία που μεταμφιέζεται σε περιβολάρισσα για να βρεί τον αγαπημένο της... Έτσι αυτή η κωμική όπερα σε τρείς πράξεις, διαρκεί δυόμιση ώρες.
Υπάρχει όμως και νεώτερη επεξεργασία, ενός σπουδαίου Αυστριακού σκηνοθέτη, του Μαξ Κάλμπαχ που μαζεύει το έργο σε δυο πράξεις και δυο ώρες. Όπως και νάναι, πρόκειται για ένα αληθινό αριστούργημα όπου για πρώτη φορά φανερώνονται πραγματικά, η μεγαλοφυϊα του Μότσαρτ στο πεδίο της όπερας. Η εισαγωγή είναι γεμάτη ζωντάνια και φλόγα, οι άριες ξεχειλίζουν από έμπνευση, δροσιά και χαρά, τα σύνολα ακτινοβολούν, όλο ευρήματα, πνεύμα, χαρά.

Mozart : La Finta Giardiniera, Overture - 5 min.

Mozart : La Finta Giardiniera, Che belta,che leggiadria - 9 min.


Ήταν 18 χρονών τότε ο Μότσαρτ. Ωστόσο, πριν από τη χρονιά 1774-75 αυτό το θαυματουργό παιδί έχει πραγματοποιήσει απίστευτα θαύματα : έχει ανακηρυχθεί αρχιμουσικός από το γέρο επίσκοπο του Σάλτσμπουργκ - σε ηλικία 13 ετών - έχει κάνει μεγάλα ταξίδια στην Ιταλία, έχει παίξει, έχει διευθύνει ορχήστρες, έχει αναγορευθεί "Καβαλιέρε" και μέλος της Ακαδημίας της Μπολώνιας, ο Πάπας Κλήμης ο 14ος του έχει απονείμει το παράσημο του "Χρυσού Πτερντιστήρα", έχει σημειώσει τεράστιο θρίαμβο στο Μιλάνο με τη σοβαρή του όπερα "Μιθριδάτης" - ήταν τότε 14 ετών!

Mozart : Mitridate, Re di Ponto, Overture - 6 min.

Mozart : Mitridate, Al destin,che la minaccia - 5 min.


Τον ίδιο χρόνο, το 1772, γράφει την όπερα το "Όνειρο του Σκιπίωνα" για το Σαλτσμπουργκ, συνάμα, για το Μιλάνο την όπερα "Λούτσιο Σίλλα", ενώ παράλληλα κυλούν αδιάκοπα, οι άλλες συνθέσεις : ορατόρια, συμφωνίες, σονάτες.

Mozart : Lucio Silla, aria "Ah, se il...." - 8 min.

Mozart : Lucio Silla, aria de Cinna - 10 min.

Αλλά ας σταματήσουμε για λίγο σε αυτές τις "σέριες", τις σοβαρές όπερες : ήταν επιτυχίες της εποχής που δεν έμειναν, δεν στάθηκαν.
Η μεγάλη επιτυχία ήταν η "Ψευτοπεριβολάρισσα". Ο Μότσαρτ λένε είχε το κωμικό και χαρούμενο μεσ' στις φλέβες του με όλο που ο πιο διακαής του πόθος ήταν να γράψει μια σοβαρή όπερα. Αλλά αυτό είναι μια πολύ πρόχειρη εξήγηση και δίκαια ο κάθε μουσικός ή φιλόμουσος αναριωτιέται : Γιατί μια τέτοια μεγαλοφυία που άνθισε και έλαμψε σε όλα τα άλλα είδη της μουσικής - είδη, σοβαρά, σοβαρότατα - δεν πέτυχε τόσο στη σοβαρή όπερα, όσο στη κωμική. Ο λόγος είναι, είναι κατά τη γνώμη μας, πως ένα παιδί μπορεί να έχει από τη φύση το δώρο της μελωδίας, την ιδιοφυϊα της εύκολης εκτέλεσης, δεν μπορεί όμως νάχει και αυτό που χρειάζεται στο θέατρο, την πείρα της ζωής, δεν μπορεί να ξέρει, να νοιώθει τα ανθρώπινα πάθη.


Οι όπερες της ώριμης ηλικίας


Αλλά να που έχουμε και δυο σοβαρές όπερες του Μότσαρτ σε ώριμη ηλικία : Είναι 25 ετών, όταν γράφει την όπερα "Ιδομενέας, βασιλιάς της Κρήτης", όπερα "σοβαρή" που μένει και παίζεται ως τα σήμερα.

Mozart : Idomeneo, aria Placido e il mar... - 4 min.

Mozart : Idomeneo, ballet,Gavotte - 2 min.

Mozart : Idomeneo, aria "Vedrommi in torno" - 8 min.



 Βέβαια, τα 25 χρόνια για κάθε άλλον άνθρωπο δεν είναι μια ηλικία ωριμότητας, για το Μότσαρτ όμως που άρχισε τη μουσική του ζωή από τριών ετών παιδάκι κι' έμελε να πεθάνει στα 35 του, ήταν πια η τέλεια ωριμότητα - είχε γνωρίσει τη ζωή και τον έρωτα. Κι' ο "Ιδομενέας" μένει και μας συγκινεί και μας γοητεύει πάντα, όπως και μια άλλη όπερα του, επίσης "σοβαρή", η "Μεγαλοψυχία του Τίτο" που γράφτηκε σύγχρονα με το "Μαγεμένο Αυλό" το 1791. 

Mozart : La Clemenza di Tito, Overture - 5 min.

Mozart : La Clemenza di Tito, Parto,parto - 7 min.

Ωστόσο, να η μεγάλη επιτυχία, το τέλειο αριστούργημα, που σημειώνει ένα σταθμό στην ιστορία της όπερας γενικά και , πιο ειδικά, της γερμανικής : Η "Απαγωγή από το Σεράϊ".
Το 1778, ο αυτοκράτορας Ιωσήφ ο 2ος, θέλει να δημιουργήσει ένα εθνικό "Ζίνγκσπιιλ", μια εθνική γερμανική "μουσική κωμωδία". Όλοι οι συνθέτες της εποχής, ρίχνονται στη δουλειά. Ο Μότσαρτ έχει σπάσει τα δεσμά του Σάλτσμπουργκ, έχει εγκατασταθεί στη Βιέννη και γράφει την "Απαγωγή από το Σεράϊ" στη πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής του : Είναι βαθειά ερωτευμένος και η πρώτη παράσταση της "Απαγωγής", στη Βιέννη, στις 12 Ιουλίου 1782, συμπίπτει με μια άλλη "Απαγωγή" ένα μήνα αργότερα : τους γάμους του Μότσαρτ με την Κονστάντσα Βέμπερ, παρά τη θέληση του πατέρα του. Το έργο δόθηκε 16 φορές κείνη τη χρονιά και μια κατά επιθυμία του Γκλούκ. "Όλους τους ξεπέρασε ο Μότσαρτ γράφει για την "Απαγωγή" , ο Γκαίτε.

Mozart : Die Entfuhrung aus dem Serail, arias from Callas - 9 min.

Mozart : Die Entfuhrung aus dem Serail, Overture - 6 min.

Ακολουθούν οι "Οι γάμοι του Φίγκαρο", το 1786

Mozart : Le nozze di Figaro, cique dieci, Se a caso Madama - 8 min.

Mozart : Le nozze di Figaro, Overture - 5 min.

Mozart : Le nozze di Figaro, Non piu andrai - 4 min.

Mozart : Le nozze di Figaro, Ah tutti contenti - 5 min.


και σύγχρονα το "Διευθυντής θεάτρου", ο "Ντον Τζιοβάννι" το 1787,

Mozart : Don Giovanni, Madamina - 6 min.

Mozart : Don Giovanni, Overture - 6 min.

Mozart : Don Giovanni, Ah, chi mi dice mai - 4 min.

Mozart : Don Giovanni, La ci darem la mano - 4 min.

το "Έτσι κάνουν όλες" το 1790,

Mozart : Cosi fan Tutte, Soave sia il vento - 3 min.

Mozart : Cosi fan Tutte, Un'aura amorosa - 4 min.

Mozart : Cosi fan Tutti, Overture - 4 min.

 κι τέλος ο "Μαγεμένος Αυλός"το 1791. Το έργο αυτό πρωτοπαίχθηκε στη Βιέννη στις 30 Σεπτεμβρίου 1791 με τεράστια επιτυχία.

Mozart : The Magic Flute, Act I - 6 min.

Mozart : Die Zauberflote, Overture - 7 min.

Την ίδια εκείνη χρονιά, στις 5 Δεκεμβρίου, ο Βολφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ έκλεινε για πάντα τα μάτια του, αφήνοντας ατελειωτό το "Ρέκβιεμ" που συμπλήρωσε ο μαθητής και φίλος του Συσσμάγερ. Δεν είναι άσκοπο να σημειωθεί πως ανάμεσα στο "Ντον Τζιοβάννι" και το "Έτσι κάνουν όλες", ο Μότσαρτ έγραψε τις τρείς τελευταίες του συμφωνίες και μέσα στην ίδια χρονιά του θανάτου του, δίπλα στο "Μαγεμένο Αυλό" και τον "Τίτο", το "Ρέκβιεμ"! Μένεις εκστατικός, γονατίζεις μπροστά σε μια τέτοια μεγαλοφυϊα !


Mozart : Requiem, Part I - 9 min.

Mozart : Requiem - 11 min.

Mozart : Requiem, lacrimosa - 4 min.