Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικά κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικά κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018

Ποιήματα στην τύχη !!!

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.


Αφιέρωμα στην Emily Dickinson


Η Emily Dickinson γενήθηκε το 1830 στο Amherst της Μασσαχουσέτης. Αν και παρέμεινε σχεδόν αφανής όσο ζούσε, αναγνωρίζεται πλέον ως από τους σημαντικότερους Αμερικανούς -και όχι μόνο- ποιητές, και είναι δημοφιλής διεθνώς. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στο πατρικό της, στο Άμχερστ βυθισμένη μέσα στον κόσμο της ποίησής της. Μέχρι τον θάνατό της, όσα από τα σχεδόν 1800 ποιήματά της δεν είχε περιλάβει σε γράμματά της, παρέμεναν άγνωστα, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Πέθανε το 1866 αφήνοντας πίσω της ένα μοναδικό ποιητικό έργο.

Κατά τη δεσπόζουσα άποψη, η ποίηση της Έμιλυ Ντίκινσον (Emily Dickinson 1830 – 1886) ανήκει στην πιο σημαντική προσφορά της αμερικανικής λογοτεχνίας. Έζησε σε εκείνη τη σημαδιακή χρονική περίοδο του δέκατου ένατου αιώνα, όπου εντελώς ξαφνικά, άρχισαν να εμφανίζονται διάφορα λογοτεχνικά έργα που εμφορούνταν από έναν ομοιόμορφο χαρακτήρα και ένα κοινό σύστημα αξιών.
Μέχρι τα εικοσιπέντε της, η Έμιλυ ήταν σαν όλες τις άλλες κοπέλες στα χωριά της Νέας Αγγλίας. Στις αρχές του 1850 ανήκε σε μια γενιά φιλαναγνωστών και φυσιολατρών που πήγαιναν εκδρομές στα δάση. Δείγματα απομόνωσης άρχισε να εκδηλώνει κατά το πέρασμά της δεκαετίας όλο και πιο συχνά και πιο απόλυτα.

Το 1862, έγραψε 366 ποιήματα μέσα σε ένα χρόνο, κάτι που δεν είχε γίνει ποτέ πριν, 141 το 1863, 174 το 1864, 85 το 1865, και κάθε χρόνο έγραφε 10 με 50 ποιήματα ετησίως. Επομένως, η μεγαλύτερη παραγωγικότητα της, εμφανίζεται κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, που ήταν το πιο καθοριστικό ιστορικό γεγονός στη ζωή της.
Μετά το τέλος του Εμφυλίου, η Ντίκινσον απομονώθηκε τόσο πολύ κοινωνικά, ώστε άρχισε να γίνεται ένας «τοπικός θρύλος». Το 1868 ο Χίγκινσον την προσκάλεσε να πάει στη Βοστόνη για να συμμετάσχει σε συγκεντρώσεις, γυναικείων, λογοτεχνικών συντροφιών. Εκείνη του απάντησε σε μια επιστολή: « Αν θα σας ήταν απολύτως βολικό να ταξιδέψετε μέχρι εδώ πέρα στο Άμερστ θα χαιρόμουν πολύ, μα εγώ δεν διαβαίνω τον περίβολο του Πατέρα μου προς οποιοδήποτε σπίτι ή πόλη».
Άρχισε να παραμένει στο δωμάτιο της ακόμη κι όταν έρχονταν επισκέπτες και τους μιλούσε πίσω από την πόρτα αντί για πρόσωπο με πρόσωπο.
Το ντύσιμο της Ντίκινσον έγινε μύθος στο κουτσομπολιό της μικρής πόλης. Με άλλα λόγια και οι φορεσιές που προτιμούσε συνέβαλαν στη διάδοση ότι η Έμιλυ ήταν «διαφορετική» από όλους τους άλλους. Ο αδελφός της και η οικογένεια του προσπάθησαν να την προστατέψουν με το να αρνούνται να μιλούν γι αυτήν στους ντόπιους. Όταν η Ντίκινσον συνάντησε τον Χίγκινσον, ήταν ντυμένη στα λευκά, κάτι που είχε γίνει συνήθειά της, περίπου από την εποχή που απεβίωσε, ο Γουάντσγουέρθ, (1861-1862). Αργότερα τα λευκά έγιναν το αποκλειστικό ντύσιμό της.

Για παράδειγμα το 1867 μιλούσε στους επισκέπτες της πίσω από μια πόρτα και γενικά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής της απέφευγε να τους αντικρύσει. Έτρεχε μακριά από την μπροστινή είσοδο όταν άκουγε χτύπημα στην πόρτα. Ελάχιστοι ντόπιοι την είχαν δει τότε, και όποτε συνέβη αυτό ήταν πάντα λευκοντυμένη.
Η Έμιλι άφησε ρητή εντολή να κάψουν όλη την αλληλογραφία της μετά το θάνατό της, και η Λαβίνια ατυχώς την εκτέλεσε. Μπορούμε να φανταστούμε, όμως την έκπληξή της, όταν βρήκε περισσότερα από δυο χιλιάδες ποιήματα και σημειώσεις μέσα σε ένα σεντούκι μαζί με τη δαγεροτυπία της Έμιλι όταν ήταν περίπου δεκαέξι ετών.

Τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό της Ντίκινσον, δηλαδή το 1890 δημοσιεύτηκαν τα Ποιήματά της. Η πρώτη αυτή συλλογή ποιημάτων της περιελάμβανε 115 ποιήματα.




Από την συλλογή «Το Μέγα Ύδωρ»

1.
Όταν η νύχτα φεύγει, κι είναι
το χάραμα τόσο κοντά
που τα κενά σχεδόν αγγίζεις-
ώρα να στρώσεις τα μαλλιά,
να ετοιμάσεις τα λακκάκια,
και νʼ απορήσεις τι να ήσαν
τα γηραιά, ξεθωριασμένα
μεσάνυχτα και σε φόβισαν.
2.
Η Φύση κάνει να διψούμε,
ώστε, πεθαίνοντας μετά,
λίγο νερό εκλιπαρούμε
σε δάχτυλα περαστικά.
Δηλοι την πιο λεπτή για μας
ανάγκη που εν αφθονία
πληροι το μέγα προς δυσμάς
το Ύδωρ, η Αθανασία.
3.
Υπάρχει μοναξιά του χώρου
και μοναξιά των θαλασσών
και μοναξιά θανάτου, κι όλες
μοιάζουν εσμοί πρωτευουσών
μπροστά στο πολικό τοπίο
-μια περατή απεραντότης-
εκεί που η ψυχή ανοίγει
και δέχεται τον εαυτό της.
4.Η φήμη είναι μέλισσα.
Έχει κεντρί, έχει τραγούδι-
Α, έχει όμως και φτερά.

Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα.
Η Στεριά – απ’ το αρμένισμα στα Πέλαγα.
Η Έκσταση – απ’ την οδύνη –
Η Ειρήνη, απ’ των πολέμων της το χρονικό –
 Η Αγάπη, απ’ του τάφου το ανάγλυφο –
 Τα Πουλιά, απ’ το χιόνι.
Μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Το Ροδακιό


Emily Dickinson, Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά. Ποιήματα και Επιστολές,
Συμπεριλαμβάνει μεταφρασμένα στα ελληνικά κάποια από τα πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματα όλων των φάσεων του έργου της ποιήτριας  (έγραψε γύρω στα 1800 ποιήματα, στα οποία δεν έδινε τίτλους, και για αυτό ταξινομούνται με βάση την αριθμητική κατάταξη που έγινε από τις πρώτες εκδόσεις)
{Fr 1381/ J 1354}

Είναι η Καρδιά πρωτεύουσα του Νου
ο Νους είναι μια ενιαία Πολιτεία-
Καρδιά και Νους μαζί αποτελούν
Μια Ήπειρο μονάχη και ενιαία-

Ένας-είναι σ' αυτήν ο Πληθυσμός-
Κι έχει πολλούς στον αριθμό κατοίκους-
Τούτο το Έθνος το εκστατικό
Γύρεψε-είσαι εσύ ο Ίδιος.

The Heart is the Capital of the Mind
The Mind is a single State-
The Heart and the Mind together make
A single Continent-

One-is the Population-
Numerous enough-
This ecstatic Nation
Seek-it is Yourself.

{Fr 577/ J 374}

Πήγα στα Ουράνια-
Ήταν μια μικρή Πόλη-
Φωτισμένη-με Ρουμπίνι-
Αφρισμένη-με Φτέρωμα-όλη

Πιο ακίνητη-κι απ' τα λιβάδια
Στην απόλυτη Δροσιά-
Όμορφη-σαν Ζωγραφιά-
Που Κανείς δεν ζωγράφισε-
Άνθρωποι-σαν Λεπιδόπτερα-
Από Δαντέλα-μορφές-
Καθήκοντα-από Τούλι-
Και από Ιστό αράχνης-ονόματα-
Σχεδόν-ικανοποιημένη-
Θα μπορούσα-να είμαι κι εγώ-
Μέσα σ' ένα Κόσμο
Τόσο μοναδικό-

I went to Heaven
't was a small Town
Lit-with a Ruby-
Lathed-with Down-

Stiller-than the fields
At the full Dew-
Beautiful-as Pictures-
No Man drew-
People-like the Moth-
Of Mechlin-frames-
Duties-of Gossamer-
And Eider-names-
Almost-contented
I-could be-
'Mong such unique
Society-
Fr. Leighton, Μοναξιά. 1890. Maryhill Museum of Art

{Fr 982/ J 919}

Αν σταματήσω μια καρδιά που πάει να σπάσει
Δεν ήρθα μάταια στη ζωή
Αν απαλύνω κάποιου την Οδύνη
Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο

Ή βοηθήσω τον μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη
Να μπει ξανά μες στη Φωλιά
Δεν ήρθα μάταια στη ζωή.

If I can stop one Heart from breaking
I shall not live in vain
If I can ease one Life the Aching
or Cool one Pain

Or help one fainting Robin
Unto his Nest again
I shall not live in vain.

Σε περιμένω παντού – Τάσος Λειβαδίτης

Την αγάπη μας αύριο θα τη διαβάζουν
τα παιδιά στα σχολικά βιβλία,
πλάι στα ονόματα των άστρων
και τα καθήκοντα των συντρόφων.
Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα
θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου.
Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερά και μεγάλα
σα δυο νύχτες έρωτα μες στον εμφύλιο πόλεμο.
Α! ναι, ξέχασα να σου πω,
πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα
Γιατί σ’ αγαπώ.

Επέστρεφε – Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με –
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα•
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…


Σ’ αγαπώ – Μυρτιώτισσα Εκδόσεις: Εστία

Σ’ αγαπώ, δεν μπορώ
Τίποτ’ άλλο να πω
Πιο βαθύ, πιο απλό
Πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου εδώ
Με λαχτάρα σκορπώ
Τον πολύφυλλο ανθό
Της ζωής μου

Τα δυο χέρια μου, να…
Στα προσφέρω δετά
Για να γείρεις γλυκά
Το κεφάλι

Κι η καρδιά μου σκιρτά
Κι όλη ζήλια ζητά
Να σου γίνει ως αυτά
Προσκεφάλι



Η πιο όμορφη θάλασσα – Ναζίμ Χικμέτ
Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα
Κι αυτό που θέλω να σου πω
το πιο όμορφο απ’ όλα,
δε στο ‘χω πει ακόμα».


Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις – Πάμπλο Νερούδα Εκδόσεις: Νεφέλη

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτειά. Κι άμα κλαις μου αρέσεις, απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς, η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ’ αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας μες τη δική σου σιωπή.
Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή τη δικιά σου που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων και που λάμπει σαν αστραπή. Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου, η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.  Απόμακρη και τόση δα και απ’ τα αστέρια φτιαγμένη είναι η δικιά σου σιωπή. Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία. Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα. Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο – μου αρκεί για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.

Ερωτικός Λόγος – Γιώργος ΣεφέρηςΕκδόσεις: Ίκαρος

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς
τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ’ ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

“Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ’ όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.


Όταν Ήρθες – Κώστας Καρυωτάκης

Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι
στον κήπον όταν ήρθες. Εγελούσες
γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι.
Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα
την έκανα γλυκύτατο τραγούδι
κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.


Πληθυντικός αριθμός – Κική Δημουλά Εκδόσεις: Στιγμή

Ο έρωτας
όνομα ουσιαστικόν
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.


Η Σονάτα του Σεληνόφωτος – Γιάννης ΡίτσοςΕκδόσεις: Κέδρος


Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ’ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου – η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ’ η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.


Το Μονόγραμμα – Οδυσσέας Ελύτης Εκδόσεις: Ίκαρος

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει – ακούς;

Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει – ακούς;
Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.


Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2014

Το κοράκι, ποίημα του Edgar Allan Poe


Edgar Allan Poe

Μερικά βιογραφικά στοιχεία για τον ποιητή και συγγραφέα Edgar Allan Poe

Στις 29 Ιανουαρίου του 1845 δημοσιεύτηκε το διάσημο ποίημα «Το Κοράκι», του αυτοκαταστροφικού Αμερικανού συγγραφέα και ποιητή Έντγκαρα Άλαν Πόε.
Τα χρόνια που στιγμάτισαν τον Πόε
Ο Πόε γεννήθηκε το 1809 στη Βοστώνη. Ενώ ήταν πολύ μικρός, έχασε και τους δύο γονείς του και μετακόμισε στο Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια, στο σπίτι της οικογένειας του Σκωτσέζου εμπόρου καπνού, Τζον Άλαν.
Ο Άλαν από την αρχή ήταν πολύ βίαιος απέναντι στον νεαρό Πόε, αλλά τα πράγματα έγιναν χειρότερα, όταν ο νεαρός άρχισε να παραμελεί τα μαθήματά του και να ξοδεύει τον χρόνο του χαρτοπαίζοντας.
Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Ο Πόε έφυγε από το σπίτι και κατέφυγε στον αμερικανικό στρατό.
Το 1830, κατατάχθηκε στη στρατιωτική ακαδημία West Point, από την οποία όμως γρήγορα αποπέμφθηκε, καθώς προκάλεσε σκόπιμα σκάνδαλο, για να εκδικηθεί τον Τζον Άλαν. Προκειμένου να βγάλει τα προς το ζην, άρχισε να γράφει πεζά κείμενα και να παίρνει μέρος σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Αργότερα, μετακόμισε στο σπίτι της θείας του Μαρία Ελίζα Κλεμ και της ξαδέρφης του, Βιρτζίνια Ελίζα Κλεμ, την οποία και παντρεύτηκε, όταν εκείνη ήταν μόλις 13 ετών. Στο πιστοποιητικό έγραψαν ότι είναι 21.
Ο Πόε συνέχισε το γράψιμο, ενώ άρχισε να εργάζεται σε εφημερίδες και περιοδικά. Το 1842 όμως, η γυναίκα του παρουσίασε τα πρώτα συμπτώματα φυματίωσης και ο Πόε, αδυνατώντας να το αντιμετωπίσει, ξεκίνησε το ποτό, μια αδυναμία που κράτησε όλη του τη ζωή και τον οδήγησε στον θάνατο.
Ωστόσο, μολονότι βρισκόταν σε μία συνεχή κατάσταση μέθης, ο λογοτέχνης Πόε αποκτούσε όλο και περισσότερη αναγνώριση, με αποκορύφωμα το «σκοτεινό» ποίημα «Το Κοράκι», το οποίο εκδόθηκε το 1845, κάνοντας τον ποιητή διάσημο μέσα σε μία μέρα.
Ο θάνατος της συζύγου του, τον οδήγησε στην καταστροφή
Μετά το θάνατο της Βιρτζίνια, οι αυτοκαταστροφικές του τάσεις εντάθηκαν. Αρραβωνιάστηκε τη Σάρα Έλεν Γουίτμαν, αλλά ο γάμος τους ακυρώθηκε, όταν ο ποιητής εντοπίστηκε να πίνει, αν και είχε υποσχεθεί πως θα το κόψει.
Όταν επέστρεψε στο Ρίτσμοντ ξαναβρήκε τον παιδικό του έρωτα, τη Σάρα Ελμίρα Ρόιστερ, την οποία αρραβωνιάστηκε, αλλά ο γάμος δεν έγινε.
Λίγες μέρες πριν, αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη, περνώντας από τη Βαλτιμόρη και τη Φιλαδέλφεια. Όταν όμως έφτασε στον πρώτο σταθμό του ταξιδιού, τη Βαλτιμόρη, ήταν ήδη πολύ μεθυσμένος.
Εξαφανίστηκε και βρέθηκε πέντε μέρες αργότερα, να κείτεται στο κατώφλι μιας ταβέρνας. Μεταφέρθηκε γρήγορα στο νοσοκομείο, όπου και πέθανε λίγες μέρες μετά, ύστερα από παρατεταμένο παραλήρημα. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν «Κύριε, βοήθησε τη φτωχή ψυχή μου» (Lord help my poor soul).
Δεν υπάρχει κάποιο επίσημο πιστοποιητικό θανάτου, αλλά σύμφωνα με έρευνες, ο θάνατός του ήταν απόρροια του αλκοολισμού. Πολλοί ήταν εκείνοι που μίλησαν για σύφιλη, δηλητηρίαση ή λύσσα, αλλά η πρώτη εκδοχή φαίνεται να είναι η πιο πιθανή.


Αφηγηματικό ποίημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε (1809-1849), το πιο γνωστό του σπουδαίου αμερικανού συγγραφέα, ποιητή και δοκιμιογράφου. Ο πρωτότυπος τίτλος του στα αγγλικά είναι «The Raven». Πρωτοδημοσιεύτηκε στις 29 Ιανουαρίου του 1845 στην εφημερίδα «New York Evening Mirror» και εκτόξευσε τη φήμη του δημιουργού του. Έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα ποιήματα παγκοσμίως, αλλά δεν έφερε την πολυπόθητη οικονομική ανακούφιση στον Πόε.
«Το Κοράκι» αποτελείται από 108 στίχους, χωρισμένους σε 18 ίσες στροφές. Είναι γραμμένο σε τροχαϊκό μέτρο και διακρίνεται για την πλούσια ομοιοκαταληξία του, τη μουσικότητά του, τη στυλιζαρισμένη γλώσσα του και την υπερφυσική του ατμόσφαιρα. Εξιστορεί την επίσκεψη ενός μυστηριώδους κορακιού, σ' ένα νεαρό φοιτητή, που βρίσκεται σε απόγνωση από τον χαμό της αγαπημένης του Ελεωνόρας και οδηγείται σταδιακά στην τρέλα. Το κοράκι, που έχει λαλιά, στέκεται πάνω σ’ ένα αγαλματάκι της Παλλάδας Αθηνάς στο δωμάτιο του νεαρού φοιτητή και φαίνεται να τον προκαλεί με τη συχνή επανάληψη της λέξης «Ποτέ πιά» (Nevermore), ίσως τη διασημότερη επωδό της αγγλικής γλώσσας.
Το 1846 ο Πόε δημοσίευσε το δοκίμιο «Η φιλοσοφία της σύνθεσης» («The Philosophy of Composition»), όπου περιγράφει τη διαδικασία σύλληψης και γραφής του ποιήματός του, διαδικασία την οποία εντάσσει στο γενικότερο πλαίσιο της ιδεαλιστικής αισθητικής του.
Ο Εμμανουήλ Ροΐδης, που σύστησε τον Πόε στο ελληνικό κοινό το 1877 με το δοκίμιό του «Εδγάρδος Πόου», χαρακτηρίζει το ποίημα «αριστούργημα, απαράμιλλον δια την λεπτότητα του αισθήματος και την μαγείαν της γλώσσης». Ο ελληνολάτρης διανοητής Περικλής Γιαννόπουλος (1869-1910) ήταν ο πρώτος που το μετέφρασε στα ελληνικά το 1894.
Το ποίημα αυτό του Πόε έχει αγαπηθεί κι έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης για πολλά συγκροτήματα του χέβι μέταλ (Carpathian Forest, Tristania, Agathodaimon, Grave Digger, Nevermore κ.α). Το 1975 ο Άλαν Πάρσονς μελοποίησε ορισμένους στίχους του ποιήματος στο τραγούδι «Raven», που περιέχεται στο άλμπουμ «Tales of Mystery and Imagination» και το 2003 ο Λου Ριντ παρουσίασε μελοποιημένο όλο το ποίημα στο άλμπουμ «The Raven».



Περισσότερα στοιχεία για τη ζωή και το έργο του θα βρείτε στην παρακάτω ιστοσελίδα

http://www.terrapapers.com/?p=5378

 
 

 

Edgar Allan Poe 

The Raven

[First published in 1845]



Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
`'Tis some visitor,' I muttered, `tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more.'



Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore -
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
`'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more,'

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
`Sir,' said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before;
But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!'
This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!'
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
`Surely,' said I, `surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more!'

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
`Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, `art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door -
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.'

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
Till I scarcely more than muttered `Other friends have flown before -
On the morrow he will leave me, as my hopes have flown before.'
Then the bird said, `Nevermore.'

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
`Doubtless,' said I, `what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of "Never-nevermore."'

But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking `Nevermore.'

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
`Wretch,' I cried, `thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee
Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels name Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels name Lenore?'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
`Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted - nevermore!








Ακολουθούν τρείς μεταφράσεις του ποιήματος από τους
Κώστα Ουράνη
Γ.Β.Ιωαννίδη
Ηλίας Πολυχρονάκης


Α - (μετάφραση από τον Κώστα Ουράνη):
Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα
κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο
μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο
σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου.
«Κανένας ξένος», σκέφτηκα «οπού χτυπά τη πόρτα,
τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ’ άλλο».

Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη
και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν.
Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα
να δώσει με παρηγοριά στη λύπη το βιβλίο,
για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη
όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει
για πάντα ούτε όνομα.

Και τ’ αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες
με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς,
και για να πάψει τ’ άγριο το χτύπημα η καρδιά μου
σηκώθηκα φωνάζοντας: «Θα είναι κάποιος ξένος
όπου ζητά να κοιμηθεί εδώ στη κάμαρά μου
αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι».

Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο,
«Κύριε» είπα, «ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε,
γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος,
ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα»
κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα
σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ’ άλλο.

Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος,
γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε
η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε,
μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο
κι «Ελεονόρα» μοναχά ακούγονταν η ηχώ
από τη λέξη που ‘βγαινε απ’ τα ανοιχτά μου χείλη.
Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ’ άλλο.

Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα,
άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα.
«Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι,
ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο,
ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω,
θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ’ άλλο.

‘Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο
με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε
και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν’ αμφιβάλλει λίγο,
επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα
απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη.
Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ’ άλλο.

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν
τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει.
«Χωρίς λοφίο», ρώτησα, «κι αν είν’ η κεφαλή σου
δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι,
που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
Στ’ όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ’ όνομά σου!»
Και το κοράκι απάντησε: «Ποτέ από ‘δω και πια».


Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί
Ν’ ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα,
Αν κι η μικρή απάντηση που μου ‘δωσε δεν ήταν
Καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα,
Γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου
Ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη
Απάνω από τη πόρτα σου να λέει:
                                                                            «Ποτέ πια!».

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
Δεν είπε άλλη λέξη πια, σα να ‘ταν η ψυχή του
Από τις λέξεις: «Ποτέ πια», γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
Να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
«Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να ‘ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις».
Μα το πουλί απάντησε: «Ποτέ από δω και πια».

Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου ’πε
Πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω.
«Σίγουρα» σκέφτηκα, «αυτό που λέει και ξαναλέει
Θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του
Που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ’ το τραγούδι
Που θα ’λεγεν ολημερίς και του ’καμε να λέει
Λυπητερά το «Ποτέ πια» για τη χαμένη ελπίδα».

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ’ έφερε γέλιο
Κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του
Και βυθισμένος σ’ όνειρα προσπάθησα να έβρω
Τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι,
Το άχαρο, τ’ απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων,
Σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις:
                                                                         «Ποτέ Πια!».

Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα
Χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι
Που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με εκαίγαν.
Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
Του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
Στο μέρος που το χάιδευαν η λάμψη της καντήλας,
Εκεί όπου η αγάπη μου δε θ’ ακουμπήσει
                                                                                     Πια!

Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να ‘ταν μυρωμένος
Από ένα θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι
Και Σεραφείμ το κούναγαν και τ’ αλαφρά τους πόδια
Ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου.
«Ναυαγισμένε», εφώναξα, «αναβολή σου στέλνει
Με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη
Για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Ελεονόρα.
Πιες απ’ το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα
Εκείνην όπου χάθηκε”.  Και το Κοράκι είπε:
                                                       «Ποτέ από δω και πια!».

Είπα: «Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων
Είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε, εσύ,
Είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε,
Αλλ’ άφοβε, στον κόσμο αυτό που κατοικεί ο Τρόμος,
Πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο
Της λύπης κάνα βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία;
Πες μου!», μα κείνο απάντησε:
                                                        «Ποτέ από δω και πια!».

«Προφήτη», είπα, «δαίμονα, της Συφοράς πουλί,
Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ’ ορκίζω,
Που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα,
Εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν,
Πες μου αν στον Παράδεισο θε ν’ αγκαλιάσω κείνη,
Εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα»;
Και το κοράκι απάντησε:
                                                        «Ποτέ από δω και πια!».

«Ας γίνει η μαύρη λέξη σου το σύνθημα να φύγεις»,
Εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει, μπροστά του.
«Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα
Ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας
Ούτ’ ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν’ αφήσεις
Ενθύμιση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας
Βγάλ’ απ’ τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που έχεις μπήξει
Και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!»
Και το Κοράκι απάντησε:
                                                        «Ποτέ από δω και πια!».

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει,
Στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα
Και τ’ αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν
Όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι
Ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι.
Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια
Να βγει απ’ τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς
Που φαίνεται στο πάτωμα.
                                                            Ποτέ από δω και πια!





(Β - μετάφραση Γ.Β.Ιωαννίδη)       
                                                     
                                                              ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ
 
Δώδεκα έδειχνεν η ώρα, μεσονύχτι, όπως και τώρα
Κι ήμουν βυθισμένος ώρα σε βιβλία αλλοτινά,
όταν μέσα από ένα θάμπος ύπνου να μου εφάνη, σάμπως
Κάποιος έξω από την πόρτα να χτυπούσε σιγανά.
Επισκέπτης, είπα, θά’ ναι και χτυπάει σιγανά
Τούτο θά ‘ναι μοναχά.
Α, θυμάμαι, έπεφτε χιόνι και του κρύου Δεκέμβρη οι τόνοι
Σκούζαν μες στο παραγώνι και στοιχειώναν στη φωτιά.
Η νυχτιά με στενοχώρα κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
Νά’ βρω τη γλυκειά Λεωνόρα μες τ’ αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λεωνόρα που οι αγγέλοι της κρατάνε συντροφιά
Και δική μας ποτέ πια.
Κάθε θρόισμα στο μετάξι της κουρτίνας είχε αλλάξει
Κι έρχονταν να με ταράξει ο άγριος φόβος που τρυπά .
Κι έλεγα , για να πάρω θάρρος και να διώξω αυτό το βάρος :
- Επισκέπτης , δίχως άλλο , θάναι τούτος που χτυπά ,
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης , που για νάμπει μου χτυπά
Τούτο θάναι μοναχά.
Ξάφνου ως νάντριωσε η ψυχή μου και παρά την ταραχή μου
- Κύριε , φώναξα , ή κυρία , συγχωρέστε με , έστω αργά
Στα χαρτιά μου ήμουν σκυμένος κι ίσως μισοκοιμισμένος
Δε σας άκουσα ωρισμένως να χτυπάτε έτσι σιγά .
Με τα λόγια τούτα ανοίγω τα πορτόφυλλα γοργά .
΄Εξω η νύχτα μοναχά.
Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας έμεινα εκειδά απορώντας
Κάθε τόσο ανασκιρτώντας μέσα σ’ όνειρα αλγεινά .
Κράτησε ησυχία για ώρα κι άξαφνα απ’ τα βάθη τώρα,
Μια φωνή να λέει Λεωνόρα σα ν’ ακούστηκε βραχνά .
Εγώ φώναξα «Λεωνόρα» και τη φέρνει η ηχώ ξανά,
΄Ετσι θάναι μοναχά.
Μπήκα στο δωμάτιο πάλι , μ’ άνω κάτω το κεφάλι ,
Μα μέσα απ’ αυτή τη ζάλη , δυνατήν ακούω χτυπιά .
- Α , στο παραθύρι θάναι, λέω ευθύς, και με ζητάνε ,
Ας ιδώ τώρα ποιος νάναι, φτάνει το μυστήριο πια,
Η καρδια μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια
Θάναι ο αγέρας μοναχά.
Τότε τα παντζούρια ανοίγω , όμως μια κραυγή μου πνίγω
Καθώς βλέπω ένα κοράκι μες στο δώμα να περνά .
Η ευγένεια δεν το νοιάζει κι ούτε που με λογαριάζει ,
Μα γαντζώνει στο περβάζι της εσώπορτας στερνά .
Μα γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
Και κυττάζει μοναχά.
Πως ανάπνευσα στ’ αλήθεια και γελώντας απ’ τα στήθεια ,
Λέω , από παλιά συνήθεια , στ’ όρνιο με τη κρύα ματιά :
- Κι αν σου κόψαν το λοφίο κι αν σ’ αφήκαν έτσι αστείο
Μαυροπούλι άλλοτε θείο , που πλανιέσαι στη νυχτιά,
ποιό είναι τάχα τ’ όνομά σου μες την άραχνη νυχτιά;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Θάμασα πολύ μου ακόμα τόρνιο , που είχε ανθρώπου στόμα ,
Μα τα λόγια του όλο σκώμα δε μου μάθανε πολλά .
Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει : Ποτέ πιά !
Τ ‘ όνομά του θα μου κράζει , σκέφτηκα , μα τι με νοιάζει ,
΄Ισως πάλι να νυστάζει και τα λόγια του ξεχνά .
΄Ομως τούτο ούτε σαλεύει κι είναι ως κάτι να γυρεύει
Και του κρίνουμαι : – Περσεύει κι άλλος τόπος εδωνά ,
Την αυγή θα φύγεις πάλι σαν ελπίδα που περνά .
Και μου λέει : Ποτέ πια !
Τρόμαξα στ’ αλήθεια μου , όντας , μου δευτέρωσε μιλώντας ,
- Δίχως άλλο , είπα σκιρτώντας , τούτο ξέρει μοναχά .
Κάποιος πρώην κύριός του , θάκλαψε πολύ , ο καϋμός του
΄Ισως νάγινε δικός του και για τούτο αγκομαχά
Και του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά
Λέγοντάς μου : – Ποτέ πια !
Και τη θλίψη μου ξεχνώντας έστρεψα σ’ αυτό γελώντας
Την καρέκλα μου τραβώντας στο κοράκι αντικρυνά .
Μα στο κάθισμά μου απάνω , χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
Το κοράκι : Ποτέ πια !
Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
Και κυττώντας τη ματιά του που μου τρύπαε την καρδιά ,
Γέρνω ωραία μου το κεφάλι , στο δικό της προσκεφάλι ,
Όπου αντιφεγγούσε πάλι , σαν και τότε μια βραδυά ,
Με το βιολετί βελούδο, σαν και τότε μια βραδυά
Και που δε θ’ αγγίξει πια !

Ξάφνου ως νάνοιωσα μου εφάνη γύρω μου άκρατο λιβάνι
Και πλημμύρα να μου φτάνει σύννεφο η θεία του καπνιά .
- ΄Αθλιε , φώναξα , στοχάσου , που ο Θεός στέλνει κοντά σου .
Αγγέλους να σου σταλάσουν νηπενθές για λησμονιά ,
Πιέστο , ω , πιέστο , τη Λεωνόρα να ξεχάσεις μ’ απονιά ,
Και μου λέει : – Ποτέ πια !
Α , προφήτη , κράζω ,ωιμένα , κι αν του δαίμονα είσαι γέννα
Κι αν ο Πειρασμός σε μένα , σ’ έστειλε απ ‘ τη γης βαθειά ,
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο σ’ έχει ρίξει απελπισμένο
Σ ‘ ένα σπίτι στοιχειωμένο με σκιές και με ξωθιά ,
Θάβρω στη Γαλαάδ , ω πες μου , θάβρω εκεί παρηγοριά ;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !
- Α , προφήτη , ανήλιαγο όρνιο κι αν πουλί σαι κι αν δαιμόνιο
Απ’ το σκότος σου το αιώνιο κι απ ‘ την κρύα σου συννεφιά.
Πες μου , στης Εδέμ τα δάση , θάβρει ο νους μου ν’ αγκαλιάσει
Μια παρθένα πούχει αγιάσει κι έχει αγγέλους συντροφιά ,
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα , πούχει αγγέλους συντροφιά ;
Και μου λέει : Ποτέ πιά !
Φύγε στ’ άγριά τα σου μέρη , όρνιο ή φάντασμα , ποιος ξέρει
Αν αυτό που σ’ έχει φέρει δεν σε καταπιεί ξανά .
Κι ούτε ένα μικρό φτερό σου να μη μείνει εδώ δικό σου ,
Φώναξα , και το φευγιό σου να χαθεί στα σκοτεινά .
Πάρε και το κρώξιμό σου πέρα από την Αθηνά .
Και μου λέει : – Ποτέ πια !
Κι από τότε εκεί δεμένο , το κοράκι , καθισμένο
Μένει πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά .
Κι η ματιά του όπως κυττάζει , με ματιά δαιμόνιου μοιάζει
Κι η νυχτιά που το σκεπάζει του στοιχειώνει τη σκιά .
Α , η ψυχή μου , δε θα φύγει μια στιγμή απ’ αυτή τη σκιά .
Δε θα φύγει ποτέ πια !
 
 
 

Γ - μετάφραση Ηλίας Πολυχρονάκης

 Το Κοράκι 
Μετάφραση :

ΜΙΑ φορά, τα μεσάνυχτα τα σκοτεινά, αδύναμος και αποκαμωμένος καθώς συλλογιζόμουν, πάνω σε ένα πολύ ασυνήθιστο και περίεργο τόμο απολησμονημένης γνώσης, έγειρα το κεφάλι, ίσα που μ' έπαιρνε ο ύπνος· τότε έξαφνα, έρχεται ένας ανάλαφρος σιγανός χτύπος, όπως όταν κάποιος χτυπάει ευγενικά την πόρτα του δωματίου μου.  «Κάποιος επισκέπτης θα είναι» μουρμούρισα «που χτυπάει την πόρτα του δωματίου μου— Μόνο αυτό και τίποτα παραπάνω».
 
Αχ! Χαρακτηριστικά θυμάμαι πως ήταν τον ανεμοδαρμένο παγερό Δεκέμβρη, και η κάθε μια ξεχωριστή ξεθρακιασμένη σπίθα άπλώνε βαθμιαία το φάσμα της στο πάτωμα. Ανυπόμονα ευχόμουν να έρθει το αύριο — μάταια είχα γυρέψει να δανειστώ από τα βιβλία μου  ένα τρόπο να δοθεί τέλος στη λύπη, την λύπη για την απολεσθείσα Λενόρ την εξαίρετη κι’ απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ — εδώ όμως μένει παντοτινά.χωρίς όνομα να την καλούν.
 
  Και το μεταξένιο, λυπητερό, αβέβαιο θρόισμα της κάθε μιας βυσσινί κουρτίνας, μου γεννούσε το ρίγος της συγκίνησης, με καταλάμβανε με τέτοιους φανταστικούε τρόμους που δεν τους είχα νοιώσει ποτέ πριν. Έτσι που, τώρα, για να νεκρώσω το δυνατό μου χτυποκάρδι, στάθηκα όρθιος και είπα σα να επαναλάμβανα: «Κάποιος επισκέπτης θα είναι στην θύρα της κάμεράς μου που εκλιπαρεί να εισέλθει. Κάποιος αργοπορημένος επισκέπτης που εκλιπαρεί από την πόρτα του δωματίου μου να εισέλθει. Για αυτό πρόκειται και όχι για κάτι περισσότερο». 
 
 Η ψυχή μου γυρίζοντας στη θέση της ενδυναμώθηκε, και πλέον δεν ήταν σε δισταγμό.  «Κύριε» είπα εγώ, «ή Κυρία, ειλικρινά εκλιπαρώ την συγχώρεσή σας, αλλά το γεγονός είναι ότι με πήρε ο ύπνος κι έτσι ανάλαφρο που ήταν το άξαφνο σας χτύπημα, και τόσο υποτονικά που ήρθε το ελαφρύ άξαφνο χτύπημα, ο ανάλαφρος κρότος στη θύρα του δωματίου, που πολύ αμφιβάλλω αν Σας άκουσα» — εδώ ανοίγω διάπλατα την πόρτα — σκοτάδι εκεί και τίποτα άλλο.

  Κοίταξα ερευνητικά, βαθιά μέσα στο σκότάδι εκείνο, μένοντας εμβρόντητος εκεί, για πολύ, νοιώθοντας το δέος, την αμφιβολία, και βλέποντας όνειρα, που κανείς ποτέ θνητός δεν τόλμησε πιο πριν να ονειρευτεί. Όμως τίποτα δεν τάραζε την σιγαλιά, και η ακινησία δεν μου έδινε κάποιο σημείο, και η μόνη λέξη που ακούστηκε εκεί, ήταν η ψιθυριστή λέξη «Λενόρ». Αυτό ψιθύρισα εγώ, και μια ηχώ μου αντιγυρνά ψιθυριστά την λέξη «Λενόρ».    Απλώς αυτό και άλλο τίποτα
.
Ξαναγυρίζοντας στην κάμερα, φλεγόταν ολόκληρη η ψυχή μέσα μου και σε μικρό διάστημα άκουσα πάλι ένα ανάλαφρο χτύπο, κάτι δυνατότερο από το προηγούμενο. «Ασφαλώς» είπα εγώ, «ασφαλώς ετούτο είναι στο καφασωτό του παραθύρου μου, ας δω επομένως τι είναι σε εκείνο το σημείο και το μυστήριο αυτό να διερευνήσω—   ας νεκρώσω την καρδιά μου μια στιγμή και ας διερευνήσω το μυστήριο αυτό— Ο άνεμος θα είναι και άλλο τίποτα».  
 
Σε αυτό το σημείο ανοίγω το πατζούρι, όταν, με ένα πολύ φευγαλέο πέταμα και φτεροκόπημα, εκεί μέσα μπήκε ένα μεγαλόπρεπο Κοράκι των παλαιών ευσεβών εποχών. Χωρίς να κάνει βαθιά υπόκλιση, δίχως στιγμή να σταματήσει ή να σταθεί στη θέση του,  αλλά υποσκάπτοντας τους καλούς τρόπους, πήγε και κούρνιασε ψηλά στην θύρα της κάμεράς μου- κάθισε ψηλά, πάνω στο μπούστο της Παλλάδας, ακριβώς πάνω από την πόρτα της κάμεράς μου- κούρνιασε ψηλά και κάθισε χωρίς να κάνει τίποτα άλλο. 
 
Ύστερα, αυτό το πουλί στο μαύρο του εβένου ξεγέλασε την οικτρή μου ψευδαίσθηση να φτάσει σε χαμόγελο, με το βαρύ και άκαμπτο τυπικό της αταραξίας που φορούσε.  Του είπα «Μολονότι το λοφίο σου είναι απογυμνωμένο και ξυρισμένο είσαι εσύ, δειλό πάντως δεν είσαι, ειδεχθές, αποτρόπαιο και παλαιό Κοράκι που πλανιέσαι από την όχθη της Νύχτας— για πες μου ποιο είναι το αρχοντικό σου όνομα που σε καλούν στην όχθη της Υποχθόνιας Νύχτας!» «Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.  
 
Πολύ εξεπλάγην από το άκομψο αυτό πουλί, ακούγοντάς το να συνδιαλέγεται τόσο ανεπιτήδευτα, μολονότι η απάντησή του λίγα σήμαινε — μεγάλη συνάφεια δεν είχε. Διότι αναπόφευκτα συμφωνούμε ότι κανένα ζωντανό ανθρώπινο ον ποτέ δεν είχε την ευτυχία να δει ένα τέτοιο πουλί πάνω από την πόρτα της κάμαράς του— είτε επρόκειτο για πουλί, είτε για κτήνος, πάνω στο γλυπτό μπούστο ψηλά στην πόρτα της κάμεράς του, να έχει ένα τέτοιο όνομα όπως το «Ποτέ πια».  
 
   Αλλά το Κοράκι στεκόταν μοναχό σε αυτό το γαλήνιο μπούστο, λέγοντας μονάχα εκείνες τις λέξεις, λες και η ψυχή του ξεχείλιζε με εκείνες τις λέξεις. Τίποτε παραπέρα κατόπιν δεν εκστόμισε, και ούτε ένα πούπουλό του κατόπιν δεν πετάρισε— Ώσπου, μόλις ψιθυρίζοντας, μουρμούρισα: «Κι άλλοι φίλοι μου, από πριν, πάνε, πετάξανε και φύγανε— Σαν θα έρθει το πρωί και τούτο θα με αφήσει, όπως πέταξαν και πάνε οι Ελπίδες μου οι παλιές». Μετά το πουλί είπε, «Ποτέ πια». 
 
 Ξαφνιασμένος με την ακινησία που μόνο η τόσο επιδέξια δοσμένη απάντηση την διέκοπτε, είπα: «Δίχως αμφιβολία, αυτό που εκφέρει είναι το μόνο του εφόδιο και υλικό που γράπωσε από κάποιον δυστυχισμένο αφέντη που η ανηλεής του Kαταστροφή τον ζύγωνε όλο και πιο κοντά, μέχρι που τα τραγούδια του μία μοναδική επωδό να φέρουν, μέχρι που οι θρήνοι της Ελπίδας του να φέρνουνε το μελαγχολικό φορτίο του Ποτέ — Ποτέ πια». 
 
 Αλλά το Κοράκι ακόμη ξεστράτιζε την καταλυπημένη μου ψυχή στο γέλιο, Ευθύς, τσούλησα ένα κάθισμα με μαξιλάρια μπροστά από το πουλί και το μπούστο και την πόρτα. Κατόπιν, βουλιάζοντας πάνω στο βελούδο, επιδόθηκα σε συνδυασμούς της μιας φαντασίωσης με την άλλη, Σκεπτόμενος τι είναι εκείνο το οποίο εννοεί το δυσοίωνο — του παλαιού καιρού— πουλί, Τι είναι εκείνο το οποίο εννοούσε το ζοφερό, άχαρο, ειδεχθές, πένθιμο και δυσοίωνο —του παλαιού καιρού— πουλί Τι εννοούσε κρώζοντας «Ποτέ πια».
 
  Έτσι ήμουν καθισμένος, κλεισμένος σε εικασίες, χωρίς να εκφράσω ούτε συλλαβή στο πουλί, του οποίου τα φλογισμένα μάτια τώρα βάζανε φωτιά στα ενδόμυχα της καρδιάς μου· Για ετούτα και για άλλα, καθόμουν κι έκανα εικασίες με το κεφάλι μου αναπαυτικά πλαγιασμένο,στην βελούδινη επένδυση του μαξιλαριού, όπου έπεφτε χαιρέκακα το φως της λάμπας. Αλλά όμως εκείνης ακριβώς της βελούδινης μενεξεδένιας επένδυσης όπου χαιρέκακα έπεφτε το φως της λάμπας, και που Εκείνη δεν θα πέσει, αχ, ποτέ πια. 
 
 Κατόπιν μου φάνηκε να πυκνώνει ο αέρας, αρωματιζόμενος από κάποιο αόρατο θυμιατήρι που το έσειε ένα Σεραφείμ και τα βήματά του κουδούνιζαν στο πυκνό δάπεδο. «Φουκαρά» είπα με φωνή μεγάλη, «ο Θεός έχει προσφέρει σε εσένα — δια μέσω αυτών των αγγέλων, έχει προσφέρει σε εσένα Ανακούφιση — ανακούφιση και νηπενθές από τις αναμνήσεις της Λενόρ! Πίνε, ω, πίνε με γουλιές μεγάλες αυτό το ευγενικό το νηπενθές και ξέχασε αυτήν την απολεσθείσα Λενόρ». «Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.  
 
   «Προφήτη!» είπα «το πράγμα του κακού! — προφήτη εντούτοις, μια πουλί μια διάβολος είτε σε στέλνει ο Πειρασμός, ή και αν η θύελλα σε στριφογύρισε και σε έριξε εδώ στην ξηρά, Εγκαταλελειμμένο, απτόητο παρ' όλα αυτά, σε αυτή την έρημη χώρα σε έριξε δεμένο με μάγια — σε αυτό το σπίτι που το στοίχειωσε η Φρίκη - έλα, πες μου, αληθινά, σε παρακαλώ, πες μου πες μου εκλιπαρώ, βρίσκεται κάποιο βάλσαμο παρηγοριάς στα βουνά της Γαλαάδ;» «Ποτέ πια», είπε το Κοράκι. 
 
 «Προφήτη!» είπα «της συμφοράς το πράγμα! - προφήτη εντούτοις, είτε πουλί είτε διάβολος! Στο όνομα του ουρανού που πάνω μας κυρτώνει, στο όνομα του Θεού που και οι δυο μας λατρεύουμε— Λέγε σε ετούτη την ψυχή την φορτωμένη θρήνο, λέγε αν μέσα στην μακρινή Εδέμ, Πρόκειται να σφίξει στην αγκαλιά της μια αγιασμένη κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ-  Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ— Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που Λενόρ την αποκαλούν οι άγγελοι». «Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.
 
  «Το σύμβολο του αποχωρισμού μας να γίνουνε αυτές οι λέξεις, πουλί ή πνεύμα του κακού!» Με μια στριγκλιά σηκώθηκα, κάνοντας μια κίνηση αναρρίχησης — «Να επιστρέψεις στη θύελλα και στην όχθη της Καταχθόνιας Νύχτας! Μαύρο φτερό να μην αφήσεις σαν ενθύμημα του ψεύδους που έχεις πει από την ψυχή σου! Μη μου ταράζεις τη μοναχικότητα! Φύγε απ' το μπούστο πάνω απ' την πόρτα μου! Πάρε το ράμφος σου από τα μύχια της καρδιάς μου, και πάρε τη μορφή σου μακρυά απ' την πόρτα μου!» «Ποτέ πια», είπε το Κοράκι. 
 
   Και του Κορακιού το γρήγορο αθόρυβο πέταγμα δεν ακούγεται, ακίνητο κάθεται, ασάλευτο κάθεται, στο κατάχλομο μπούστο της Παλλάδας, πάνω ακριβώς από την πόρτα της κάμερας και τα μάτια του έχουνε τα πάντα απ' την όψη ενός δαίμονα που ρεμβάζει, και το φως της λάμπας χύνεται απάνω του, ρίχνοντας στο δάπεδο τη σκιά του· και η ψυχή μου, από μέσα από τη σκιά που κινείται και απλώνεται στο πάτωμα, δεν θα ανασηκωθεί — ποτέ πια



 



 



 



 

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Ο χαμένος Παράδεισος, ποίημα του John Milton


Ο απωλεσθείς ( Χαμένος) Παράδεισος ποίημα του John Milton

 Ο Τζον Μίλτον ή Ιωάννης Μίλτων (John Milton, 1608-1674) ήταν Άγγλος λογοτέχνης, γνωστός περισσότερο για το επικό ποίημα Χαμένος Παράδεισος (Paradise Lost) και τα Αρεοπαγιτικά.
Καταγωγή και μόρφωση
Ο Μίλτον καταγόταν από μία σχετικά εύπορη οικογένεια στο Όξφορντσάιρ. Ο πατέρας του αποκληρώθηκε από τον παππού του επειδή προσχώρησε στον προτεσταντισμό, τη στιγμή που ο παππούς του ήταν αυστηρά καθολικός. Τη πρώτη του μόρφωση ο Μίλτον την έλαβε στο αυστηρά πουριτανικό σπίτι του και μετέπειτα σε ένα σχολείο στο Λονδίνο. Σε ηλικία 15 ετών γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Καίνμπριτζ. Εδώ ο έφηβος πλέον Μίλτον άρχισε να σπουδάζει την κλασσική αρχαιότητα ενώ ξεκίνησε και την συγγραφή των πρώτων του ποιημάτων στα αγγλικά και στα λατινικά.Ο πατέρας του επέμενε να γίνει ο Μίλτον θεολόγος, αλλά ο ίδιος αρνιόταν κατηγορηματικά.

 Ο χαμένος Παράδεισος ( Paradise Lost ) του Μίλτον ( Milton ) - Περίληψη του ποιήματος.
Το ποίημα περιλαμβάνει 12 βιβλία.

Παρατίθεται ένα μικρό απόσπασμα από το ποίημα στην γλώσσα του ποιητή.

~ BOOK I ~

1.     Of man’s first disobedience, and the fruit

2.     Of that forbidden tree, whose mortal taste

3.     Brought death into the world, and all our woe,

4.     With loss of Eden, till one greater man

5.     Restore us, and regain the blissful seat,

6.     Sing heavenly muse, that on the secret top

7.     Of Oreb, or of Sinai, didst inspire

8.     That shepherd, who first taught the chosen seed,

9.     In the beginning how the heavens and earth

10. Rose out of chaos: Or if Sion hill

11. Delight thee more, and Siloa's brook that flowed

12. Fast by the oracle of God; I thence

13. Invoke thy aid to my adventurous song,

14. That with no middle flight intends to soar

15. Above the Aonian mount, while it pursues

16. Things unattempted yet in prose or rhyme.

17. And chiefly thou Oh spirit, that dost prefer

18. Before all temples the upright heart and pure,

19. Instruct me, for thou knowest; thou from the first

20. Wast present, and with mighty wings outspread

21. Dove-like satst brooding on the vast abyss

22. And mad'st it pregnant: What in me is dark

23. Illumine, what is low raise and support;

24. That to the heighth of this great argument

25. I may assert eternal providence,

26. And justify the ways of God to men.

27. Say first, for Heaven hides nothing from thy view

28. Nor the deep tract of Hell, say first what cause

29. Moved our grand parents in that happy state,

30. Favored of Heaven so highly, to fall off

31. From their Creator, and transgress his will

32. For one restraint, lords of the world besides?

33. Who first seduced them to that foul revolt?

34. The infernal serpent; he it was, whose guile

35. Stirred up with envy and revenge, deceived

36. The mother of mankind, what time his pride

37. Had cast him out from Heaven, with all his host

38. Of rebel angels, by whose aid aspiring

39. To set himself in glory above his peers,

40. He trusted to have equaled the most high,

41. If he opposed; and with ambitious aim

42. Against the throne and monarchy of God

43. Raised impious war in Heaven and battle
 

Κάθε βιβλίο του Απωλεσθέντος Παραδείσου  προτάσσεται  από ένα γνωμικό ή μια περίληψη. Αυτά τα γνωμικά γραφτήκανε απο τον Μίλτον και προστέθηκαν επειδή οι πρώτοι αναγνώστες παρακάλεσαν να έχουν, ένα είδος οδηγού του ποιήματος.
Αρκετά βιβλία αρχίζουν με ένα πρόλογο. Ο πρόλογος του 1ου βιβλίου υποδηλώνει και το σκοπό του Μίλτωνα. Να διηγηθεί την πτώση του ανθρώπου και να δικαιολογήσει τη στάση του Θεού προς τον άνθρωπο.
Το έπος αρχίζει παραδοσιακά με το medias res.
Ο απλούστερος και ο πιο φυσικός τρόπος να αφηγηθεί κανείς μια ιστορία, είναι ο εξής: να διατάξει και να παρουσιάσει τα γεγονότα σύμφωνα με τη χρονική τους σειρά και τάξη. Μια τέτοια αφήγηση λέμε ότι έχει ως προς την πλοκή το χαρακτηριστικό της χρονικής αλληλουχίας.
Όμως η αφήγηση που παρουσιάζει τα πράγματα με τη σειρά που έγιναν δεν εξασφαλίζει πάντα και το μέγιστο αναγνωστικό ενδιαφέρον. Γι' αυτό, οι συγγραφείς των αφηγηματικών κειμένων επινοούν ποικίλες αφηγηματικές τεχνικές, για να κρατήσουν αδιάπτωτο το ενδιαφέρον και την προσοχή του αναγνώστη.
Μια τέτοια τεχνική είναι να αρχίζει ένα κείμενο in medias res. Αυτή η λατινική φράση, μεταφραζόμενη κατά λέξη και κυριολεκτικά σημαίνει "στο μέσο των πραγμάτων, στο μέσο της υπόθεσης, στο μέσο της πλοκής".
Δεν πρέπει, όμως, με βάση την κυριολεκτική σημασία, να σχηματίσουμε την εντύπωση ότι η αφήγηση αρχίζει από το μέσο της υπόθεσης. Η ακριβής σημασία του όρου είναι η εξής: η αφήγηση δεν παρακολουθεί τα γεγονότα του μύθου, δηλαδή της υπόθεσης, και δεν τα παρουσιάζει στη χρονική τους σειρά και αλληλουχία. Η αφήγηση αρχίζει από το "κέντρο" του μύθου, δηλαδή από το γεγονός που αποτελεί την "καρδιά" της πλοκής, από το πιο ουσιαστικό και το πιο καίριο περιστατικό. -Το ιν μέντια ρες ως προς την αφήγηση αναφερόταν στο παρελθόν ως σχήμα πρωθύστερον, ενώ σήμερα αναφέρεται με τους όρους πρόδρομος αφήγηση και αναδρομική αφήγηση. Όταν ένα αφηγηματικό κείμενο αρχίζει in medias res, δημιουργείται στον αναγνώστη ένα αφηγηματικό κενό, δηλαδή κάποια απορία και ορισμένα ερωτηματικά για τα γεγονότα που χρονικά προηγούνται και τα οποία ο αναγνώστης προς το παρόν αγνοεί.
Το αφηγηματικό κενό προκαλεί το ενδιαφέρον και διεγείρει την προσοχή του αναγνώστη, επειδή ακριβώς του δημιουργεί εύλογες απορίες. Στη συνέχεια, βέβαια, οι απορίες και το "κενό" του αναγνώστη αίρονται, γιατί ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία, με αναδρομική αφήγηση αποκαθίσταται η ομαλή ροή και εξέλιξη του μύθου.
Για παράδειγμα, στο δημοτικό τραγούδι ο "Θάνατος του Διγενή", που έχει αφηγηματικό χαρακτήρα, η ποιητική αφήγηση αρχίζει in medias res, προβάλλει δηλαδή πρώτο το πιο καίριο γεγονός, που είναι το ψυχομαχητό του Διγενή. Ο αναγνώστης, βέβαια, απορεί: η απορία αυτή σταδιακά αίρεται με την αναδρομική αφήγηση του Διγενή, που αναφέρεται στα όσα προηγήθηκαν του ψυχομαχητού.
Το αντίθετο, ακριβώς, του in medias res δηλώνεται με τον επίσης λατινικό όρο ab ovo. Ο όρος αυτός, που οφείλεται στο Λατίνο ποιητή Οράτιο κατά λέξη σημαίνει "από το αυγό" και εμφανίζεται και αυτός στο έργο του Ars Poetica, όπου ο ποιητής κάνει αναφορά στην τεχνική του Ομήρου. Ως λογοτεχνικός όρος, όμως, δηλώνει μια συγκεκριμένη αφηγηματική τεχνική ή, απλούστερα, έναν τρόπο να αφηγηθεί κανείς μια ιστορία σε ένα εκτενές επικό κείμενο ή σε ένα μυθιστόρημα. Συγκεκριμένα, ο όρος αυτός δηλώνει ότι η αφήγηση μιας ιστορίας ξεκινάει απ' την αρχή και παρακολουθεί τα γεγονότα σε μια ευθύγραμμη, λεπτομερειακή και χρονική σειρά και τάξη. Αυτός ο γραμμικός και λεπτομερειακός τρόπος παρουσίασης και γεγονότων σε μιαν αφήγηση δημιουργεί τελικά αφηγηματικό κείμενο κουραστικό, ανιαρό και υπερβολικά εκτενές
Ένα από τα χαρακτηριστικότερα κείμενα γραμμένα με την τεχνική in medias res είναι η Οδύσσεια.

Περιγραφή της υπόθεσης του ποιήματος
Ο Σατανάς και οι άλλοι εξεγερμένοι άγγελοι ξύπνησαν και βρέθηκαν ξαφνικά στη Κόλαση σε μια φλεγόμενη λίμνη . Ο Σατανάς βρίσκεται δίπλα στον Βελζεβούλ. Ο Σατανάς βγαίνει από την λίμνη και πετάει στη ακτή. Φωνάζει στους άλλους αγγέλους να κάνουν το ίδιο και αφήνουν την λίμνη. Ο Σατανάς τους λέει ότι δεν χάθηκαν όλα και προσπαθεί να τους εμψυχώσει. Οδηγούμενοι από τον  Μάμωνα και τον Μούλτσιμπερ , οι εκπεσόντες άγγελοι κτίζουν  την πρωτεύουσα τους και το παλάτι τους, Το Παντεμόνιουμ ( Pandemonium). Οι σημαντικώτεροι από αυτούς τους αγγέλους, τότε συναθροίζονται για να κάνουν  ένα συμβούλιο.
(Ο Σατανάς είναι όρος της αβραάμικης θρησκείας που προσωποποιεί  το κακό και τον πειρασμό. Στην χριστιανική και βιβλική βιβλιογραφία το όνομα Βελζεβούλ αναφέρεται ως ένα εναλλακτικό όνομα για τον διάβολο. Στην χριστιανική δεμονολογία είναι ένας από τους εφτά πρίγκηπες της κόλασης, σύμφωνα με την καθολική δοξασία της κόλασης.Ο Μάμωνας περιλαμβάνεται στους 7 πρίγκηπες της κόλασης. Ο Μούλτσιμπερ χρησιμοποιείται ως ένα εναλλακτικό όνομα για το ρωμαϊκό θεό Vulkan.Ο ρωμαϊκός θεός Vulcan αντιστοιχεί στον ελληνικό θεό Ήφαιστο. Είναι ο Θεός της φωτιάς και του σιδήρου. Κατοικεί κάτω από το ηφαίστειο Αίτνα).
Στο συμβούλιο, ο Σατανάς  ζητάει εκείνο που οι Δαίμονες  σκέπτονται ό τι θα πρέπει να είναι η επόμενη τους κίνηση εναντίον του Θεού. Ο Μολώχ μιλάει για ανοιχτό πόλεμο. Ο Μπελιάλ (Belial) αντιστρέφει του Μολώχ  τα επιχειρήματα, προτείνοντας ότι τίποτε δεν θα πρέπει να γίνει.
( 1-Ο Μολώχ είναι το όνομα του αρχαίου θεού των Αμμωνίων. Οι Αμμωνίτες είναι ένα παλιό έθνος από την Παλαιά Διαθήκη που κατοικούσαν ανατολικά του ιορδάνη ποταμού και της νεκράς θάλασσας στη σημερινή Ιορδανία. Ο Μολώχ συνδέεται με ένα ιδιαίτερο είδος εθελοντικής θυσίας των παιδιών και θεωρείται ο μεγαλύτερος πολέμιος των εκπεσόντων αγγέλων. 2- Ο Μπελιάλ αναφέρεται προσωποποιημένος ως δαίμονας στα εβραϊκά και χριστιανικά κείμενα. 3- Ο Γαβριήλ είναι άγγελος αγγελιοφόρος του Θεού.)
Ο Μάμμωνας, ο υλιστής άγγελος, προτείνει ότι θα πρέπει να κάνουν το καλλίτερο από ότι έχουν. Τελικά, ο Βενζεβούλ, ο δεύτερος μετά τον Σατανά, προτείνει ότι οι άγγελοι θα πρέπει να προσπαθήσουν να φθάσουν το Θεό, μέσα από το νέο του δημιούργημα, τον άνθρωπο. Η πρόταση του Βενζεβούλ, η οποία στην πραγματικότητα ήταν η πρόταση του Σατανά, υιοθετείται και ο Σατανάς ψάχνει να βρεί το νέο κόσμο και τα νέα πλάσματα. Αναχωρεί αμέσως, πετώντας προς την Πύλη της κόλασης. Εκεί, συναντάει τα παιδιά του, την Αμαρτία και τον Θάνατο. Η Αμαρτία ανοίγει την Πύλη στο Σατανά ο οποίος πετώντας κατευθύνεται στο Χάος και τη Νύχτα. Η Αμαρτία και η Νύχτα τον ακολουθούν. Τελικά, στο βάθος, ο Σατανάς βλέπει τη Γή.
Ο Θεός παρακολουθεί τον Σατανά να πλησιάζει την Γή και φοβάται ότι θα πετύχει να διαφθείρει τον Άνθρωπο. Ο Άνθρωπος έχει ελεύθερη βούληση. Αλλά, ο Θεός προφανώς γνωρίζει το τι θα συμβεί. Ο Θεός προσθέτει ότι ο Άνθρωπος μπορεί να σωθεί  μέσω της  χάριτος και του ελέους, αλλά θα πρέπει επίσης να αποδεχτεί την δίκαιη τιμωρία του θανάτου, εκτός εαν κάποιος την πάρει από τον Άνθρωπο. Ο Υιός προσφέρθηκε να γίνει ένας άνθρωπος και να δεχτεί το θάνατο ώστε να τον νικήσει. Οι άγγελοι χαίρονται.

Στο μεταξύ, ο Σατανάς, καθισμένος στην άκρη της Γης, δεν μπορεί να βρεί το δρόμο προς τον Άνθρωπο. Ο Σατανάς μεταμορφώνει τον εαυτό του σε χερουβήμ και πετάει στον ήλιο για να συζητήσει με τον αρχάγγελο, Ούριελ (Uriel). Ο Ούριελ, δείχνει στον Σατανά το δρόμο προς τον Άνθρωπο. Κυττάζοντας προς τη Γη, ο Σατανάς ζαλίστηκε με την ομορφιά που έβλεπε, αλλά γρήγορα συνήλθε και συγκέντρωσε τη σκέψη του σε εκείνο που έπρεπε να κάνει. Είδε τον Αδάμ και την Εύα και εντυπωσιάστηκε με την ομορφιά τους. Καθώς ο Σατανάς άκουε το ζευγάρι, συζητούσαν για μιά εντολή του Θεού ότι δεν θα έπρεπε να φάγουν από το Δέντρο της Γνώσης με τιμωρία τον θάνατο. Ο Σατανάς αμέσως άρχισε να φτιάχνει ένα σχέδιο. Ο Ούριελ, στον ήλιο, άρχισε να υποπτέυεται το χερουβήμ του οποίου η φυσιογνωμία έδειχνε περίεργα συναισθήματα και πήγε να προειδοποιήσει τον Γαβριήλ. Ο Γαβριήλ είπε ότι αυτός και οι αγγελοί του θα συλλάβουν κάθε παρείσακτο στον κήπο και αργά αυτή την νύχτα ο  Ιθουριέλ και ο Ζελφρόν θα συλλάβουν το Σατανά  που ψιθυρίζει κάτι στο αυτί της Εύας. ΟΙ δυο άγγελοι φέρνουν το Σατανά ενώπιον του Γαβριήλ, ο οποίος, με τη βοήθεια του Θεού, διώχνει τον πλάνο από τη Γη.

Όταν η Εύα ξύπνησε, διηγείται  στον Αδάμ  για το ενοχλητικό της όνειρο. Ο Αδάμ την καθησυχάζει, θυμίζοντας της ότι είναι ασφαλής εάν υπακούει στον Θεό.Ο Θεός αποφάσισε να στείλει τον άγγελο Ραφαήλ να προειδοποιήσει τον Αδάμ και την Εύα να προσέχουν το Σατανά. Ο Ραφαήλ πηγαίνει στη Γη όπου γευματίζει μαζί με τον Αδάμ και την Εύα. Μετά το γεύμα, ο Ραφαήλ  ενημερώνει τον Αδάμ για την μεγάλη εξέγερσή στον Ουρανό.
Ο Ραφαήλ λέει ότι ο Εωσφόρος ( Σατανάς) ζήλευε τον Υιό και μέσα από σοφιστικά επιχειρήματα πήρε τους οπαδούς του, περίπου το ένα τρίτο των αγγέλων, ώστε να ακολουθήσουν αυτόν στο Βορρά. Εκεί, μόνο ένας από τους οπαδούς του Σατανά αντιστάθηκε – ο Αβντιέλ, ο οποίος επέστρεψε στο Θεό.

Ο Σατανάς επιτίθεται στον Θεό και Ουράνιο Οικοδεσπότη, αλλά η δύναμη του όμως, έχει εξασθενιστεί από το Θέο. Με όλα αυτά, οι δυνάμεις του Θεού έχουν μικρή δυσκολία στο να κατατροπώσουν τους εξεγερμένους. Ο Μιχαήλ σκίζει τον Σατανά στα δύο, η οποία είναι ταπεινωτική, αλλά όχι θανάσιμη, διότι ο Σατανάς, ως άγγελος δεν μπορεί να πεθάνει. Μετά την πρώτη μέρα της μάχης, οι εξεγερμένοι κατασκευάζουν ένα κανόνι και αρχίζουν την δεύτερη μέρα της μάχης, να έχουν κάποια επιτυχία. Οι δυνάμεις του Θεού αρχίζουν να μετακινούν βουνά και να τα ρίχνουν στους εξεργεμένους, θάβοντας αυτούς και τα κανόνια τους. Ο Θεός διασκεδάζει με την θρασύτητα των εξεγερμένων, αλλά δεν θέλει να καταστρέψει  το τοπίο. Στέλνει τον Υιό μπροστά από Αυτόν σε ένα άρμα. Οι εξεγερμένοι γρήγορα συγκεντρώνονται στην Κόλαση.
Μετά, ο Ραφαήλ  απαντάει σε ερωτήσεις του Αδάμ σχετικές με την δημιουργία του κόσμου. Ο άγγελος εξηγεί μέρα την μέρα την δημιουργία του κόσμου σε έξη μέρες. Τότε, στην προσπάθεια του να συνεχίσει την κουβέντα με τον άγγελο, ο Αδάμ τον ρωτάει για την κίνηση των ουρανίων σωμάτων. Ο Ραφαήλ εξηγεί στον  Αδάμ ότι θα πρέπει να αφήσει μερικές ερωτήσεις στη σοφία του Θεού. Μετά, ο Αδάμ περιγράφει την δικιά του δημιουργία, την έλευση του στο Παράδεισο και την δημιουργία της Εύας. Περιγράφει πόσο ωραία είναι σε αυτόν η Εύα και η ευτυχία της έγγαμης αγάπης. Ο Ραφαήλ δίνει μια τελευταία προειδοποίηση στον  Αδάμ προτού φύγει.

Έχοντας φύγει από την Εδέμ για οκτώ μέρες, ο Σατανάς γυρίζει, γλυστρώντας μυστικά μέσω μιας πηγής κοντά στο δέντρο της γνώσης. Πήρε την μορφή ενός φιδιού για να προσπαθήσει να ξεγελάσει τον  Άνθρωπο. Όταν ο Αδάμ και η Εύα ξύπνησαν, φιλονικούσαν κατά πόσο θα πρέπει να δουλέψουν μαζί ή χώρια. Η Εύα τελικά πείθει τον Αδάμ να την αφήσει να εργαστεί μόνη της. Ο Σατανάς με την μορφή του φιδιού, πλησιάζει την Εύα και χρησιμοποιώντας εξυπνάδα αλλά και πλανεμένα επιχειρήματα, την πείθει να φάει τον καρπό του δέντρου της γνώσης. Αφού ή Εύα τον έφαγε, αποκαλύπτει το τι έκανε στον Αδάμ, ο οποίος μη μπορώντας να αντέξει την σκέψη ότι θα έχανε την Εύα, τρώει και αυτός. Τρώγοντας το καρπό, οι δυο τους καταλήφθηκαν από πόθο και τρέχουν στο δάσος για να κάνουν έρωτα. Όταν ξύπνησαν, αισθάνθηκαν  ντροπή και ενοχή. Ο καθένας κατηγορούσε τον άλλον.
Στον Ουρανό, οι άγγελοι είχαν τρομοκρατηθεί για την πτώση του Ανθρώπου, αλλά ο Θεός τους διαβεβαίωνε  ότι αυτός είχε προβλέψει όλα αυτά που συνεβησαν. Έστειλε τον Υιό στη Γη να αποδώσει δικαιοσύνη στους ανθρώπους και στο φίδι. Ο Υιός έφτασε στη Γη και απέδωσε την δικαιοσύνη του. Πρόσθεσε όμως, ότι μέσω της συγνώμης, ο Αδάμ και η Εύα και όλοι οι άνθρωποι, θα μπορούν προοδευτικά να υπερνικήσουν το θάνατο. Σε μια πράξη συμπόνιας, ο Υιός έντυσε τις δύο ανθρώπινες υπάρξεις.

Εν τω μεταξύ, η Αμαρτία και ο Θάνατος διαισθάνθηκαν ότι θα βρούν μια ευκαιρία στη γη. Κατασκεύασαν ένα τεράστιο διάδρομο από την κόλαση στην γη. Στην διάρκεια του δρόμου τους, συνάντησαν το Σατανά που γύρναγε στην Κόλαση. Πλησίαζαν την Γη, ενώ ο Σατανάς εισέρχεται στην Κόλαση μεταμφιεσμένος. Ο Σατανάς κάθεται στο θρόνο του και αναγγέλει το τι έχει κάνει. Περιμένοντας να ακούσει την επιβράβευση όλων των έκπτωτων αγγέλων, αντί να ακούσει μόνο αποδοκιμασίες καθώς αυτός, αλλά και όλοι οι οπαδοί του μεταμορφώθηκαν σε φίδια. Όταν έφαγαν το καρπό του δέντρου της γνώσης το οποίο εμφανίστηκε μπροστά τους, έγιναν σκέτη στάχτη.
Πάνω στη Γη, η Αμαρτία και ο Θάνατος είδαν αναρίθμητες ευκαιρίες. Ο Θεός, κυττάζοντας τους, τελικά λέει ότι αυτοί θα πρέπει να εκτοξευθούν στην Κόλαση και να σφραγισθούν. Ο Αδάμ και η Εύα θρηνούν, αλλά η Εύα πειθήνια ζητάει την συγχώρεση του Αδάμ. Αυτός υποχωρεί, η αγάπη του υπερνίκησε την πικρία του. Αυτή προτείνει την αυτοκτονία ως ένα τρόπο για να αποφύγουν την τρομερή κατάρα του κόσμου, αλλά ο Αδάμ λέει ότι πρέπει να υπακούουν στο Θεό.

Ο Θεός στέλνει τον άγγελο Μιχαήλ για να διώξει έξω από τον Παράδεισο τον Αδάμ και την Εύα. Προτού όμως το κάνει, ο Μιχαήλ παίρνει τον Αδάμ πάνω σε ένα λόφο και δίνει  στους ανθρώπους ένα όραμα της ιστορίας της Βίβλου, τελειώνοντας με την γέννηση του Χριστού ο οποίος θα γίνει ο λυτρωτής του Ανθρώπου. Ο Αδάμ αναγαλίασε. Ο Αδάμ και η Εύα μαζι βγήκαν από τον Παράδεισο.  Πίσω τους ένα φλεγόμενο ξίφος φυλάει την είσοδο, μπροστά τους, αντικρύζουν μια νέα ζωή σε ένα νέο κόσμο.
Το τελευταίο βιβλίο του ποιήματος

~ BOOK XII ~

1.     As one who in his journey bates at noon,

2.     Though bent on speed; so here the archangel paused

3.     Betwixt the world destroyed and world restored,

4.     If Adam aught perhaps might interpose;

...............................................................

1.     To the subjected plain; then disappeared.

2.     They, looking back, all the eastern side beheld

3.     Of Paradise, so late their happy seat,

4.     Waved over by that flaming brand; the gate

5.     With dreadful faces thronged, and fiery arms:

6.     Some natural tears they dropt, but wiped them soon;

7.     The world was all before them, where to choose

8.     Their place of rest, and Providence their guide:

9.     They, hand in hand, with wandering steps and slow,

10. Through Eden took their solitary way.

 

Ανάλυση  του 12ου βιβλίου.

Η αναλυτική περιγραφή του 12ου βιβλίου δίδεται ως παράδειγμα για την πλόκη και παρουσίαση των αντιλήψεων  της εποχής και των απόψεων του Μίλτωνα οι οποίες βέβαια προοδευτίκα αναπτύσσονται  σε κάθε ένα από τα προηγούμενα 11 βιβλία.
Το 12ο βιβλίο αρχίζει με την διήγηση στον Αδάμ της ιστορίας της Βίβλου. Ξεκινάει με την ιστορία του Ιάφεθ ( Nimrod) και του πύργου της Βαβέλ.Ο Ιάφεθ ήταν ονομαστός ως επιδέξιος κυνηγός, και ο Μιχαήλ προσθέτει ότι οι άνθρωποι «Θα πρέπει να είναι ο αγώνας του». Με αυτό οι Άγγελοι αναφέρονται στον κανόνα του Ιάφεθ για τους ανθρώπους  γιατί τελικά είναι αυτός που προκαλεί τον Θεό, μέσω της κατασκευής  του Πύργου της Βαβέλ.
( Από τους τρεις γιούς του Νώε, τον Σημ, τον Χαμ και τον Ιάφεθ, κατάγονται σύμφωνα με τη Βίβλο όλοι οι σημερινοί λαοί της γης. Από τον Σημ κατάγονται οι Σημίτες - Άραβες, Εβραίοι κλπ.), από τον Ιάφεθ οι ινδοευρωπαίοι - Άριοι - και από τον Χαμ οι μαύροι κάτοικοι της Αφρικής).
Ο Θεός σταμάτησε αυτή την δραστηριότητα με το μπέρδεμα της γλώσσας που μιλούσαν αυτοί που κατασκεύαζαν τον Πύργο και έτσι  δεν μπορούσαν πλέον να εργάζονται μαζί. Ο Αδάμ αναστατώθηκε επειδή κάποιοι άνθρωποι κυριαρχούν πάνω στους άλλους. Ο Μιχαήλ εξηγεί, πως επειδή οι άνθρωποι δεν μπορούν να ελέγχουν τα πάθη τους ,κάποιοι άνθρωποι ελέγχουν τις κοινωνίες. Ο Θεός στέλνει άδικους κανόνες προκειμένου να ελέγξει μερικές ομάδες, έτσι ώστε αυτοί να χάνουν, πλέον την προσωπική τους ελευθερία.
Ο Μιχαήλ συνεχίζει να εξηγεί γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι στον κόσμο είναι κακόβουλοι με το Θεό ο οποίος όλο και περισσότερο επιγκεντρώνεται στους Ισραηλίτες και τον πιστό οδηγό τους Αβραάμ, ο οποίος μεταφέρει το σπόρο που τελικα θα δώσει τον Λυτρωτή. Εδώ, ο Μιχαήλ αναφέρεται συνοπτικά στις ιστορίες του Ιακώβ και Ιωσήφ, στη αιχμαλωσία των Ισραηλιτών στην Αίγυπτο, στην ανάδειξη του Μωυσή ως αρχηγού στην μεγάλη έξοδο από την Αίγυπτο. Ο Μωυσής οδήγησε τον λαό του μέσα από την έρημο, ακολουθώντας τις εντολές του Θεού και άρχισε να διαμορφώνει νόμους για τον λαό. Ο Αδάμ ρώτησε γιατί χρειάζονται τόσοι πολλοί νόμοι και ο Μιχαήλ απάντησε ότι οι ανάγκη για νόμους δείχνει την κατάπτωση του ανθρώπου. Οι νόμοι βοηθάνε τους ανθρώπους να θυμούνται να κάνουν εκείνα τα πράγματα τα οποία θα έπρεπε να ξέρουν να κάνουν από μόνοι τους. Ακόμη και έτσι, ο Άνθρωπος δεν μπορεί στην πραγματικότητα να σωθεί μέχρις ότου έλθει ο Ιησούς να θυσιάσει τον εαυτό του για όλοι την ανθρωπότητα.
Ο Ιησούς του Ναυή (Joshua) τελικά οδήγησε τους ισραηλίτες στη γη της επαγγελίας όπου θεμελίωσαν μια κοινωνία που κυβερνιώνταν με νόμους και βασιλιάδες. Ο ισχυρότερος βασιλιάς ήταν ο Δαβήδ του οποίου η γενιά κουβάλαγε το σπόρο του Λυτρωτή. Ο γιός του Δαβήδ, ο Σολομών θα έκτιζε το μεγαλύτερο ναό για να στεγάσει τις εντολές (διαθήκη). Παρ’όλα αυτα, οι βασιλιάδες που ακολούθησαν απομακρύθηκαν τόσο πολύ από το Θεό, ώστε ο Θεός άφησε όλο το έθνος να αιχμαλωτισθεί από τους Βαβυλωνίους. Μεγάλη διχόνοια δημιουργήθηκε στην κοινωνία για πολλά χρόνια , μέχρις ότου , κάτω από την ρωμαϊκή κυριαρχία, ο Μεσσίας θα γεννιόντανε από μια παρθένο.
Όταν ο Αδάμ έδειξε ενδιαφέρον για την επικείμενη μάχη, ο Μιχαήλ τότε εξήγησε ότι η νίκη του Μεσσία εναντίον του Σατανά δεν θα συμβεί κυριολεκτικά με μάχη. Αλλά ο Υιός θα μεταμορφωθεί σε άνθρωπο τον Ιησού, θα υποφέρει για τα πιστεύω του και θα θανατωθεί. Παρ’όλα αυτά, σε 3 μέρες, ο Ιησούς θα αναστηθεί, και έτσι θα νικήσει το θάνατο τον οποίον ο Αδάμ έχασε πάνω στον κόσμο. Ο Ιησούς επίσης θα αποστείλει αποστόλους σε όλο τον κόσμο να κυρήξουν το μήνυμα του. Εκείνοι που θα υπακούσουν στις εντολές του Θεού θα σωθούν και θα έχουν αιώνια ζωή. Στο πλήρωμα του χρόνου, ο Ιησούς θα κρίνει τους ζώντες και πεθαμένους και οι αληθινά πιστεύσαντες θα εισέλθουν στον πιο θαυμαστό Παράδεισο.
Ο Αδάμ ευχαριστήθηκε που έμαθε όλα αυτά που του είπε ο Μιχαήλ, και το πιο ευχάριστο που έμαθε ήταν ότι ο Θάνατος θα οδηγήσει πραγματικά σε μια μεγάλη ανταμοιβή. Λέει ότι η πτώση του θα γίνει τώρα μια χαρούμενη κατηγόρια ή ότι κάποιοι το λέγουν felix culpa (ευτυχές σφάλμα). Η καλοσύνη του Θεού θα προσδώσει σε όλοι την ανθρωπότητα , μέσω του Θανάτου, την ευκαιρία να ζήσει αιώνια με τον Θεό. Ο Αδάμ βλέποντας αυτή την πιθανότητα ως ένα ακόμη μεγαλύτερο αγαθό από το να έμενε αναμάρτητος στον Παράδεισο. Ο Μιχαήλ επαινεί τον Αδάμ για την λογική του και του λέει να προσθέσει πίστη, αρετή, υπομονή, εγκράτεια και αγάπη στα πιστεύω του και θα οδηγηθεί σε μια καλή ζωή και τελικά θα βρεθεί μαζί με τον Θεό.
Είναι καιρός για τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τον Παράδεισο. Ο Μιχαήλ συνιστά στον Αδάμ να ξυπνήσει την Εύα και αργότερα να της πεί όλα όσα έμαθε από τον άγγελο. Όταν η Εύα ξύπνησε, ανέφερε ότι έμαθε πολλά από τα ονειρά της. Γνωρίζει ότι η θέση της είναι μαζί με τον Αδάμ και ότι πάντοτε θα πηγαίνει όπου αυτός βρίσκεται. Επι πλέον ομολογεί, ότι γνωρίζει ότι ο Μεσσίας θα προκύψει από σπόρο δικό της.
Ο Αδάμ και η Εύα εγκαταλείπουν τον Παράδεισο. Ο Μιχαήλ τους οδηγεί δια μέσου της Ανατολικής Πύλης, κάτω στην πεδιάδα. Πίσω τους βλέπουν το φλεγόμενο ξίφος το οποίο προστατεύει τον Παράδεισο από τους εισβολείς. Ένας απέραντος νέος κόσμος απλώνεται μπροστά τους και γνωρίζουν ότι ο Θεός θα είναι μαζί τους. Κρατημένοι από το χέρι, πορεύονται στον ΚΟΣΜΟ.

Αποκρυπτογράφηση του ποιήματος
Το 12ο βιβλίο φαίνεται να είναι μια απλή συνέχεια του 11ου βιβλίου και πράγματι στην πρώτη έκδοση του Χαμένου Παραδείσου, τα βιβλία 11 και 12 ήταν ένα βιβλίο. Στην δεύτερη έκδοση, ο Μίλτων άλλαξε τα αρχικά 10 βιβλία σε 12. Μία από τις αλλαγές ήταν η διαίρεση που δημιούργησε τα βιβλία 11 και 12. Οι διανοούμενοι στον 17ο αιώνα τοποθετούσαν την Δημιουργία στα 4000 π.χ. και τον κατακλυσμό στα 2000 π.χ. Έτσι ο Μίλτων χώρισε το αρχικό του δέκατο βιβλίο σε δύο των 2000 χρόνων το καθένα, που τελειώνουν και τα δύο με ένα λυτρωτή – ο Νώε στο 11ο βιβλίο και ο Ιησούς στο 12ο Βιβλίο. Διαμόρφωσε επίσης διαφορετικά την παρουσίαση σε κάθε βιβλίο.Το 11ο βιβλίο παρουσιάζεται ως μια σείρα παρομοίων σχεδόν οραμάτων που το καθένα του είναι αυτόνομο. Το 12ο βιβλίο είναι πολύ περισσότερο αφηγηματικό. Ο Μιχαήλ λέει ότι θα πει τώρα την ιστορία και παρουσιάζει μια μεγάλη αναφορά ιστορικών γεγονότων μάλλον, παρά αλληλουχία συμβάντων.
Τα ιστορικά γεγονότα που ο Μιχαήλ αναδεικνύει στο 12ο βιβλίο συνεχίζουν να αναδεικνύουν θέματα και ιδέες που διαπερνούν όλο τον Χαμένο παράδεισο.
Το πρώτο γεγονός είναι η ιστορία του Ιάφεθ και του Πύργου της Βαβέλ. Το ενδιαφέρον του Αδάμ για αυτή την ιστορία είναι το γεγονός ότι ένας άνθρωπος κυριαρχεί επάνω στον άλλο. Ο Αδάμ σχολιάζει ότι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο κυριαρχία πάνω στα ζώα αλλά όχι στους συντρόφους του ανθρώπους. Ο Μιχαήλ θαυμάζει την λογική του Αδάμ αλλά δείχνει ότι η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο είναι ένα μέρος του προπατορικού αμαρτήματος του Αδάμ.Όταν ένα άτομο αφήνει την λογική του να ελέγχεται από του άλλου την επιθυμία ή την θέληση, αντιστρέφει την ορθή εντολή που ο Θεός επιθυμούσε.Ο Θεός βλέποντας ότι ο άνθρωπος αφήνει «ανάξια δύναμη» να κυβερνήσει μέσα του, έτσι επιτρέπει να εμφανισθούν τύρρανοι μεταξύ των ανθρώπων και να ασκήσουν επιρροή σε αυτούς.
Αυτή η έμφασης στην λογική ως προεξάρχουσα ικανότητα του ανθρώπου είναι ένα από τα πρωτεύοντα θέματα στον Χαμένο Παράδεισο. Στην Κόλαση, ο Δάντης χώρισε όλες τις αμαρτίες σε 3 κατηγορίες – την αμαρτία της επιθυμίας, την αμαρτία της θέλησης και την αμαρτία της λογικής. Οι χειρότερες αμαρτίες ήσαν εκείνες της λογικής γιατί εξουσιάζουν μέρος του ανθρώπου που τον κάνει να ξεχωρίζει από τα άλλα πλάσματα. Στον Χαμένο Παράδεισο, ο Αδάμ και η Ευά έχουν υποπέσει στην αμαρτία της επιθυμίας – αυτή γιατί έφαγε το μήλο, αυτός για το πάνω από όλα πάθος του,στην Εύα. Ο Αδάμ επίσης διέπραξε το αμάρτημα της θέλησης, τρώγοντας το μήλο ακόμη και όταν η λογική του έλεγε ότι κάνοντας το , είναι λάθος. Παρ’όλα αυτά, ούτε ο Αδάμ ούτε η Εύα διέπραξαν το αμάρτημα της λογικής – ήταν ανίσχυροι να αρνηθούν οποιαδήποτε ενεργειά τους  . Ο Σατανάς διέπραξε την αμαρτία της λογικής. Ο λόγος του στην Εύα είναι ένα τέλειο παράδειγμα. Χρησιμοποίησε την λογική να πείσει την Εύα να φάει το μήλο. Χρησιμοποιώντας  την λογική του για απατηλούς σκοπούς, διέπραξε ότι στο Μεσαίωνα και την Αναγέννηση πίστευαν ότι θεωρούνταν η χειρότερη μορφή αμαρτωλής πράξης.
Ο Μίλτων προφανώς συμφωνεί με τις ιδέες του Δάντη περί αμαρτίας, τουλάχιστον σε μια γενική έννοια. Σε ολόκληρο το ποίημα, ο Μίλτων τονίζει την λογική ως μια προεξάρχουσα ικανότητα πάνω στην οποία μπορεί να βασισθεί ο άνθρωπος. Στην ιστορία του Ιάφεθ, ο Μιχαήλ δικαιολογεί την εξουσία του ενός ανθρώπου πάνω στον άλλον, στην ανικανότητα του ανθρώπου να ενεργοποιήσει την λογική πρώτα προτού λάβει μια απόφαση. Όλα τα κακά που έρχονται στον κόσμο, ανεξάρτητα εαν περιέχουν επιθυμία ή θέληση, είναι στην πραγματικότητα εκεί εξ’αιτίας της κατάρευσης της λογικής.
Στο δεύτερο μέρος της ιστορικής απαρίθμησης του Μιχαήλ στο 12ο βιβλίο, οι άγγελοι αρχίζουν να επικεντρώνονται σε ορισμένους ήρωες με συγκεκριμένο πολιτισμό – τους ισραηλίτες. Λέει για τον Αβραάμ, αναφέρεται στον Ιάκωβο και τον Ιωσήφ, παρουσιάζει τον Μωυσή ως ένα είδος σωτήρα και παρουσιάζει την ιστορία των βασιλέων του Ισραήλ, αρχίζοντας με τον Ιησού του Ναυή που οδήγησε τον λαό του στην υποσχεθείσα Γη, και ακολουθεί η αναφορά στον Δαβίδ και Σολομών.
Ο Μιχαήλ εξηγεί ότι ο Θεός κουράστηκε από τις ανομίες του κόσμου και άφησε τα περισσότερα Έθνη "Στο δικό τους διεφθαρμένο δρόμο» . Έστρεψε την προσοχή του σε ένα «Μοναδικό Έθνος», τους Ισραηλίτες, που επρόκειτο να προκύψουν από τον Αβραάμ, ένα άνδρα πιστό στον Θεό. Αυτό το γεγονός  κατά τον Μιχαήλ εξηγεί γιατί οι Εβραίοι ( Ισραηλίτες) είναι « ο εκλεκτός λαός». Ο Θεός βρήκε τον πιστό άνθρωπο, Αβραάμ, και αποφάσισε να επικεντρώσει την προσοχή του στους λαούς και τα έθνη που προέρχονται από αυτό το άτομο. Από το να καταστρέψει τον υπόλοιπο κόσμο για την ανομία του, απλά ο Θεός έστρεψε το βλέμμα του μακρυά από αυτό και επικεντρώθηκε στον Αβραάμ και τον λαό του. Ο Αβραάμ υπακούει στις εντολές του Θεού και πηγαίνει στην Χαναάμ, μια χώρα που ο Θεός υποσχέθηκε σε όλες τις μελλοντικές γενεές. Εκεί, ο Αβραάμ εγκατάστησε το ξεκίνημα του Βασιλείου του Ισραήλ.
Ένα άλλο σπουδαίο σημείο της επιλογής του Αβραάμ και των ισραηλιτών από το Θεό είναι η αναφορά στον « Σπόρο». Ο Θεός είχε πει ότι ο σπόρος της Εύας θα μπορούσε να κατακαύσει το φίδι και στο 12ο βιβλίο, ο Μιχαήλ ξεκαθαρίζει ότι « με αυτό το σπόρο/εννοεί τον Μέγα Ερχομενό σας». Ο «Μέγας Ερχόμενος» είναι φυσικά, ο Ιησούς, ο οποίος θα έλθει να σώσει τους ανθρώπους από την αμαρτία και τον θάνατο. Έτσι, η εξήγηση του Μιχαήλ για τον εκλεκτό λαό κατανοείται καθαρότερα από τον Αδάμ. Αυτός ο λαός, οι Ισραηλίτες, μεταφέρουν το σπόρο του Μεσσία, αρχικά επιλέγησαν χάρι στην θεοσέβεια του Αβραάμ, αλλά αυτοί διαλέκτηκαν επειδή ο Μεσσίας θα προέλθει από αυτούς. Ο Αδάμ αρχίζει να αντιλαμβάνεται το μάθημα ιστορίας του Μιχαήλ.
Η φύση αυτού του μαθήματος επεκτείνεται σε πρόσωπα που ο Μιχαήλ επιλέγει να τα αναδείξει σαν παραδείγματα, ιδιαίτερα ο Μωυσής. Η μορφή του Αβραάμ, του Μωυσή, του Ιησού Ναυή και του Δαβίδ είναι όλα, σε διαφορετικό βαθμό, σκιαγραφία του Ιησού. Η πρακτική της «τυπολογικής αλληγορίας ή του συμβολισμού» άρχισε πολύ νωρίς στην χριστιανική Εκκλησία. Η σκέψη πίσω από αυτή την ιδέα ήταν να γίνει η Παλαιά Διαθήκη περισσότερο θεολογικά ανταγωνιστική προς την Καινή Διαθήκη για τους χριστιανούς. Η γενική ιδέα ήταν τα πρόσωπα και πράγματα στην Παλαιά Διαθήκη ήταν πρότυπα ή προαπεικόνιση των χαρακτήρων και γεγονότων της Καινής Διαθήκης. Έτσι, ο Νώε ως ο σωτήρας στο κόσμο της εξόδου, προαπεικονίζει τον Ιησού, τον σωτήρα του κόσμου κατά το Ευαγγέλιο.Αυτό το είδος της τυπολογικής μελέτης πέρασε τα όρια της βίβλου. Κλασσικοί ήρωες, όπως ο Αινείας, Ηρακλής ή Διόνυσος παρουσιάζονται μερικές φορές ως αρχέτυπο του Ιησού ή άλλων σημαντικών χαρακτήρων της Καινής Διαθήκης. Η δικαιολογία αυτού του είδους της ανάλυσης ήταν ότι ο Θεός ελέγχει ολόκληρο τον κόσμο και έτσι ακόμη και στην παγανιστικές κοινωνίες, έχει δημιουργήσει διόδους που δείχνουν το δρόμο προς τον Ιησού και τα χριστιανικά πιστεύω.
Η περιγραφή του Μωυσή από τον Μιχαήλ δείχνει την τυπολογική πρόθεση του Μίλτων. Όταν οι Ισραηλίτες θέλουν να μάθουν την θέληση του Θεού, ζητούν από τον Μωυσή να γίνει ο μεσολαβητής τους, ένας σύνδεσμος για τον οποίον ο Μιχαήλ λέει « εδάφιο 241-242 από Παλαιά Διαθήκη». Με άλλα λόγια, ο Μωυσής σαν μεσολαβητής του Θεού προλέγει την έλευση του Ιησού παρουσιάζοντας την ίδια ερμηνεία στην Καινή Διαθήκη. Ο εκλεκτός λαός μεταφέρει το σπόρο κυριολεκτικά και συμβολικά ώστε τελικά θα κατακαύσει το φίδι.
Τελικά ο Μιχαήλ φθάνει στον ίδιο τον Σωτήρα. Εδώ επι τέλους,μέσα από την περιγραφή του Μιχαήλ του Ιησού και της αποστολής του, ο Αδάμ αντιλαμβάνεται τελείως την πτώση του και το μετασχηματισμό του Θεού μέσα από αυτό. Ο Υιός, γέννημα του Θεού και σπόρος του Αδάμ και της Εύας, γίνεται Άνθρωπος, αναλαμβάνει τις αμαρτίες του και δέχεται το θάνατο για να τον νικήσει. Εφ’εξής, αυτοί που πιστεύουν και αποδέχονται τούς νόμους του  Θεού θα μπορέσουν να υπερνικήσουν επίσης τον θάνατο. Ο Αδάμ τελικά, βλέπει καθ’ολοκληρία το σχέδιο του Θεού και είναι περιχαρίς. Κραυγάζει χαρούμενα.Εδώ ο Αδάμ εκφράζει το felix culpa. Εαν ο Αδάμ και η Εύα δεν αμαρτούσαν, ο Ιησούς δεν θα είχε γεννηθεί, η Μαρία δεν θα είχε καθαγιασθεί και η σωτηρία δεν θα είχε υπάρξει. Αυτά τα πράγματα είναι σημαντικότερα από ότι θα είχε συμβεί εαν η πτώσης δεν είχε υπάρξει. Ως εκ τούτου, η πτώση του Αδάμ ήταν τελικά για το καλό. Η ιδέα της « ευτυχισμένης πτώσης» βρίσκεται σε αντίθεση προς την περισσότερο επικρατούσα αντίληψη ότι η συμπεριφορά του Αδάμ δημιούργησε  απλά αμαρτία και θάνατο και κατάστρεψε την πιθανότητα του ανθρώπου για συγνώμη και παραδεισένια αιωνιότητα.Και οι δυο απόψεις υπάρχουν στην θεολογία του 17ου αιώνα και ο Μίλτων επέλεξε την άποψη που προσεγγίζει την felix culpa, ως μέρος της δικαιώσης του Θεού προς τον άνθρωπο. Για να τονίσει το καλό που προκύπτει από την πτώση του ανθρώπου, ο Μίλτων διαμορφώνει το τέλος του Χαμένου Παραδείσου, αν όχι θριαμβικό, τουλάχιστον αισιόδοξο. Ο Αδάμ και η Εύα δεν είναι πλέον οι ωραίοι, αλλά παράξενα απόμακροι, αθώοι των βιβλίων Ι εως VIII, Στο τέλος του έπους, καθώς αφήνουν το Παράδεισο, ο Αδάμ και η Εύα είναι πραγματικά ανθρώπινοι.Οι αθωοτητά τους μετασχηματίσθηκε με τη εμπειρία και τώρα αντικρύζουν τον κόσμο με μεγαλύτερη γνώση για ότι μπορεί να συμβεί και για τις συνέπειες που μπορεί να ακολουθήσουν τις  κακές (σατανικές) πράξεις.
Η υπερηφάνεια που είχαν για την  ανικανοτητα τους να πράξουν το κακό (σατανικό) αντικαταστάθηκε με την γνώση για το τι σημαίνει το κακό (σατανικό) και πόσο εύκολο είναι να ενδώσεις και στον έπαινο και στον σατανισμό.
Στο τέλος του ποιήματος, ο Αδάμ εκφράζει όλα όσα είχε μάθει από τον Μιχαήλ.

Henceforth I learn that to obey is best,
And learn to fear that only God, to walk
As in his presence, ever to observe
His providence, and on him sole depend,
Merciful over all his works, with good
Still overcoming evil, and by small
Accomplishing great things, by things deem'd weak
Subverting worldly strong, and worldly wise
By simple meek; that suffering for Truth's sake
Is fortitude to highest victory,
And to the faithful Death the Gate of Life (561-571).


Αυτό το μάθημα που ο Θεός το εφαρμόζει πάντοτε  στον κόσμο, συχνά μέσα από φαινομενικά ασήμαντα πρόσωπα και πράγματα, όπου οι μεγαλύτεροι ήρωες είναι εκείνοι που υποφέρουν για την αλήθεια και ότι ο θάνατος οδηγεί στην αιώνια ζωή είναι οι εικόνες της ελπίδας και πιθανόν και του θριάμβου στο τέλος του ποιήματος. Ο Αδάμ και η Εύα προχωρούν στο τέλος ο ένας με τον άλλο – και μαζί με τον Θεό. Γνωρίζουν ότι με την υπακοή, την αγάπη και την λογική μπορούν να ζήσουν καλή ζωή και να υπερνικήσουν το κακό που έχουν κάνει. Η γνώση τους και η ελπίδα τους έτσι στέκεται σαν δικαιολογία του Μίλτων, για το δρόμο του Θεού.