Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Μουσικής Παιδεία 21 ( Σειρά Άρθρων )



 
Ο Καρλ Μαρία φον Βέμπερ

 

Τα προγράμματα των συναυλιών, συχνά, πότε στην αρχή, πότε στο τέλος, συμπληρώνονται από μια «εισαγωγή» από όπερες του Βέμπερ : πότε είναι η εισαγωγή του «Όμπερον», πότε του «Φραισούτς», πότε της «Ευρυάνθης»…. Πέρα όμως από αυτές τις εισαγωγές που και αυτές μένουν αρκετά ακατανόητες στον αμύητο ακροατή, οι Έλληνες φιλόμουσοι δεν ξέρουν τίποτα για αυτόν το μεγάλο μουσικό, τίποτα για τα έργα του – έχει τραγούδια, έργα για πιάνο, συνθέσεις για ορχήστρα – τίποτα για τις όπερες του που δεν παίχθηκαν ποτέ στην Ελλάδα και ίσως ούτε πρόκειται να παιχθούν ποτέ.

Και όμως ο Καρλ-Μαρία φον Βέμπερ είναι ο πρόδρομος του Βάγκνερ, ο δημιουργός της μεγάλης ρομαντικής γερμανικής όπερας, ο πρώτος που στράφηκε στο λαό, στις λαϊκές μελωδίες, στους θρύλους της χώρας του, ο πρώτος που έστρεψε τα μάτια ολόγυρα του και είδε το γερμανικό τοπίο, τα σκοτεινά δάση του και ζωγράφισε με τη μουσική του το μυστήριο και όλο το φανταστικό του κόσμο….

Γεννήθηκε στις 18  Δεκεμβρίου 1786 στο Εουτίν, μια μικρή πόλη του Χολστάϊν (βόρειος Γερμανία). Ήταν εξάδελφος της Κωνστάντσας Βέμπερ, της γυναίκας του Μότσαρτ. Πολύ μικρός έχασε την μητέρα του που πέθανε φυματική και ανατράφηκε από τον πατέρα του που ήταν διευθυντής θεατρικών θιάσων και έσερνε το μικρό Καρλ-Μαρία μαζί του σε όλες του τις περιοδείες.

Έτσι, στα παρασκήνια των θεάτρων μεγάλωσε ο μικρός που ήταν ένα παιδί ασθενικό – κούτσαινε μάλιστα – αλλά γεμάτο δίψα για μάθηση : Ο πατέρας του φρόντιζε για τη μόρφωση του, σε κάθε πόλη που σταματούσαν, του εύρισκε τους κατάλληλους δασκάλους και ξεχωριστά για τη μουσική, που ο μικρός Καρλ-Μαρία έδειχνε ιδιαίτερη κλίση. Και είχε την τύχη να διδαχθεί από μεγάλους μουσικούς στις διάφορες πόλεις που ταξίδευε με το θίασο του πατέρα του, έτσι που, το έμφυτο ταλέντο του βρήκε γρήγορα την ολοκλήρωση του : Δέκα επτά χρονών διεύθυνε κιόλας την ορχήστρα της Όπερας του Μπρεσλάου, στα είκοσι επτά του χρόνια είναι διευθυντής της Όπερας της Πράγας όπου μάλιστα ανεβάζει το «Φιντέλιο» του Μπετόβεν, για πρώτη φορά μετά την παράσταση της Βιέννης (1814). Γράφει στο μεταξύ μερικές κωμικές όπερες, ακολουθώντας το ύφος του Μότσαρτ – μια από αυτές μάλιστα, ο «Αμπού-Χάσσαν» σε ανατολικό-τούρκικο ύφος, όπως η «Απαγωγή από το Σεράϊ» του Μότσαρτ, είναι πολύ χαριτωμένη και όλο εύθυμα ευρήματα – αλλά, ως τα τριάντα του χρόνια δεν έχει γράψει κανένα από τα αριστουργήματα του.
 
Abu Hassan : Symphonies & Ouverture - 10 min.

Στο 1817, ο βασιλιάς της Σαξωνίας προσκαλεί το νεαρό αρχιμουσικό να αναλάβει την οργάνωση και την διεύθυνση της Όπερας της πρωτεύουσας του, της Δρέσδης, θέση που ο Βέμπερ κράτησε ως το θάνατο του.

Εκεί, στη Δρέσδη παντρεύτηκε με μια τραγουδίστρια της Όπερας, την Καρολίνα Μπράντ, εκεί έγραψε το πρώτο του αριστούργημα, το «Φράϊσουτς» που όμως πρωτοδόθηκε στο Βερολίνο το 1821 με τέτοια τεράστια επιτυχία, που την ίδια χρονιά παίζονταν σε όλες τις γερμανικές σκηνές.

Der Freischutz : Ouverture - 10 min.



Der Freischutz : Huntsman's Ghorus - 3 min.

 Το «Φράϊσουτς» ακολουθεί η «Ευρυάνθη», το 1825, που πρωτοπαίζεται στη Βιέννη.

Euryanthe : Overture - 9 min


Euryanthe : Duell scene with a snake - 10 min.


 Αλλά ο Βέμπερ, πάντα φιλάσθενος, είναι τώρα πολύ άρρωστος. Όμως, όταν τον προσκαλούν στο Λονδίνο, παραγγέλλοντας του μια νέα όπερα, ο Βέμπερ δεν διστάζει. Γράφει το τελευταίο του αριστούργημα, το «Όμπερον» πάνω σε αγγλικό κείμενο και με όλη την άθλια κατάσταση της υγείας του, φεύγει για το Λονδίνο.


Oberon : Overture - 5 min.


Oberon : Trauere, meine Herz - 4 min.

 
«Ξέρω πως θα πεθάνω – λέει. Αλλά εξασφαλίζω έτσι τη ζωή των παιδιών μου και της γυναίκας μου…».
Στις 12 Απριλίου 1826, δίνεται στο Λονδίνο η πρώτη παράσταση του «Όμπερον». Και πάλι τεράστια επιτυχία. Οι παραστάσεις συνεχίζονται. Αλλά λίγες βδομάδες αργότερα, τη νύχτα της 4ης προς την 5η Ιουνίου, ο Βέμπερ πεθαίνει, εκεί στο Λονδίνο, μακριά από την πατρίδα του.

Σαν το Μότσαρτ, ο Βέμπερ ήταν ένας άνθρωπος εύθυμος, χαρούμενος, αγαπούσε τα αστεία. Διηγούνται πως είχε ονομάσει το σκύλο του «Μαμζέλ» ( Δεσποινίδα) για νάχει την ευχαρίστηση να βλέπει όταν τον φώναζε, να γυρίζουν όλες οι όμορφες δεσοινίδες της πόλης. Μια άλλη φορά, αγόρασε ένα πίθηκο και του έδωσε το όνομα του μεγάλου του εχθρού, του Σποντίνι! Κι’ αυτήν την εύθυμη πλευρά του χαρακτήρα του, την βρίσκουμε σε πολλά του έργα.

Ο Βέμπερ με όλο τούτο ήταν φοβερά ευαίσθητος. Η παραμικρή κριτική τον πείραζε σε σημείο που να αρρωσταίνει. Κάποτε ο Γκαίτε, σε μια συνάντηση τους, του φέρθηκε ψυχρά. Αυτό έφθασε για να ρίξει τον Βέμπερ, άρρωστο, στο κρεβάτι !

Προικισμένος με μια ξεχωριστή εξυπνάδα, ενθουσιάζονταν εύκολα για τις νέες και τολμηρές ιδέες. Παράλληλα με το μουσικό, είχε και αξιόλογο λογοτεχνικό ταλέντο και, επί πλέον, ζωγράφιζε.

Αυτά τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του μας εξηγούν τις ιδέες του για το μουσικό θέατρο, για τη ρομαντική αντίληψη μιας «ολοκληρωτικής τέχνης»: Καθώς θα δούμε, ο Βάγκνερ ζήτησε και πέτυχε αυτή την «ολοκληρωτική τέχνη», δηλαδή να ενώσει στα μουσικά του δράματα όλες τις τέχνες : λογοτεχνία, ποίηση, ζωγραφική, χορό, μουσική. Λοιπόν, πριν από τον Βάγκνερ, τις ίδιες ιδέες είχε εκφράσει ο Βέμπερ και είχε προσπαθήσει να εφαρμόσει στις μεγάλες του όπερες.

 

Ο «Φράϊσουτς», η «Ευρυάνθη», ο «Όμπερον»

 

«Φράϊσουτς» (Freischutz) θα αποδοθεί ελληνικά «Ελεύθερος σκοπευτής».

Πρόκειται για ένα νέο του χωριού, τον Μαξ, αδέξιο σκοπευτή, που πρέπει να πετύχει σε αγώνες σκοποβολής για να κερδίσει το χέρι της Αγάθας που αγαπάει και που είναι κόρη του ηγεμόνα της περιοχής. Αλλά δεν πετυχαίνει και είναι απελπισμένος. Οι χωρικοί τον περιγελούν. Μέσα στην απελπισία του, ο Μαξ ακούει τις συμβουλές  του Κασπάρ που του φανερώνει ένα μυστικό : τα μεσάνυχτα, θα πάνε στην άγρια «χαράδρα των λύκων» και εκεί θα φτιάξουν, με τη βοήθεια κάποιου «φίλου» σφαίρες μαγικές που πετυχαίνουν μόνες τους το στόχο ξέρει, όπως δεν ξέρει πως ο Κασπάρ θέλει να τον παραδώσει στο Σατανά για να γλυτώσει ο ίδιος, επειδή λήγει η προθεσμία που του είχε δώσει το Κακό Πνεύμα για να πάρει την ψυχή του και θα γλυτώσει μόνο αν του παραδώσει μιαν άλλη ψυχή. Ξέχωρα από αυτό, ο Κασπάρ ποθεί επίσης την Αγάθα…. Ακολουθούν σκηνές καταπληκτικές. Στο τέλος, όλα τελειώνουν καλά, ο Μαξ παντρεύεται την Αγάθα και όλοι τους τραγουδάνε ύμνους ευχαριστιών!

Η όπερα «Όμπερον» αναφέρεται στην διαμάχη του Όμπερον με την Τιτάνια που θα σταματήσει μέχρις ότου βρεθεί ένα ζευγάρι ερωτευμένων που θα παραμείνει πιστό, παρ’ όλους τους πειρασμούς και τους κινδύνους όπου θα συναντήσει. Μετά από περιπέτειες με ιππότες, χαλίφες, τον αυτοκράτορα Καρλομάγνο, την Ελλάδα, τους πειρατές, η όπερα έχει αίσιον τέλος, ο Όμπερον και η Τιτάνια συμφιλιώνονται, το ζευγάρι των ερωτευμένων σώζεται με το μαγικό κέρας του Όμπερον και βρίσκεται ασφαλές στην αυλή του Καρλομάγνου.

Η Ευρυάνθη έχει αρραβωνιαστεί με τον κόμη Αντολάρ. Αυτός, ευρισκόμενος στην αυλή του βασιλιά Λουδοβίκου, εκθειάζει την μνηστή του, ενώ ο κόμης Λυζιάρτ αμφισβητεί την αφοσίωση της και δηλώνει πως θα προσπαθήσει να την αμφισβητήσει.

Στο κάστρο της η Ευρυάνθη, δίνει καταφύγιο στην Εγκλαντίνη, κόρη ενός στασιαστή. Αυτή αγαπά κρυφά τον Αντολάρ και προσπαθεί με δόλο να παγιδέψει την Ευρυάνθη.

Ο Λυζιάρτ, ο οποίος αποτυγχάνει να κερδίσει την εμπιστοσύνη της Ευρυάνθης, βοηθάει την Εγκλαντίνη. Σε ερώτηση της, η Ευρυάνθη εμπιστεύεται ένα μυστικό που είπε ο Αντολάρ. Η αδελφή της Εγκλαντίνης, Έμμα αυτοκτόνησε με το δηλητήριο ενός δακτυλιδιού, επειδή ο αρραβωνιαστικός της σκοτώθηκε στη μάχη. Η ψυχή της δεν θα βρει  ησυχία, μέχρις ότου το δακτυλίδι μουσκέψει από τα δάκρυα μιας αγνής και αθώας κόρης. Η Ευρυάνθη που κάθε μέρα προσεύχεται στο τάφο της, έχει υποσχεθεί στον Αντολάρ να κρατήσει κρυφό το μυστικό, αλλά αφελώς το φανέρωσε στην Εγκλαντίνη. Η Εγκλαντίνη σκέπτεται με ποιο τρόπο θα καταγγείλει την Ευρυάνθη στον Αντολάρ. Ο Λυζιάρτ φθάνει με εντολή να πάει την Ευρυάνθη στο Παλάτι.

Με δόλο και πλεκτάνη ο Λυζιάρτ πείθει τον Αντολάρ ότι η Ευρυάνθη τον πρόδωσε, φανερώνοντας το μυστικό του.

Ο Αντολάρ θέλει να σκοτώσει την Ευρυάνθη και μετά να αυτοκτονήσει. Όμως, όταν κινδυνεύει από ένα φίδι και τον σώζει η Ευρυάνθη, παραιτείται από την σκέψη αυτή και την αφήνει στην τύχη της.

Η Ευρυάνθη επιθυμεί το θάνατο, αλλά με την βοήθεια του βασιλιά και της ακολουθίας του που έτυχε να την συναντήσουν αλλάζει γνώμη και ελπίζει σε μια συμφιλίωση με τον Αντολάρ.

Στο μεταξύ, η Εγκλαντίνη αρραβωνιάζεται τον Λυζιάρτ και πρόκειται να παντρευτούνε, αλλά την βασανίζουν οι τύψεις. Όταν εμφανίζεται ο Αντολάρ, με στολή, με τον οποίο είναι ακόμη ερωτευμένη, νομίζει ότι είναι το φάντασμα της Ευρυάνθης. Ο Αντολάρ καλεί τον Λυζιάρτ να μονομαχήσουν. Τότε, εμφανίζεται ο βασιλιάς και για να τιμωρήσει τον Αντολάρ για την δυσπιστία του προς την Ευρυάνθη του ανακοινώνει πως είναι νεκρή. Η Εγκλαντίνη θριαμβολογεί φανερώνει τα σχέδια της και σφαγιάζεται από τον εκτός εαυτού Λυζιάρτ. Καθώς η Εγκλαντίνη πεθαίνει,  η Ευρυάνθη εισέρχεται και τρέχει προς τον Αντολάρ. Ο Λυζιάρτ εξορίζεται και η ψυχή της αδελφής του Αντολάρ ησυχάζει γιατί δάκρυα της  αθώας Ευρυάνθης μουσκεύουν το δαχτυλίδι της.

 

 

Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΟΠΕΡΑ

Ο Ριχάρδος Βάγκνερ

Συνθέτης, αρχιμουσικός, ποιητής

Η μεγάλη μεταρρύθμιση

Μια πολυτάραχη ζωή

 

Ο Ριχάρδος Βάγκνερ θα δώσει στο μουσικό ρομαντισμό την πιο τέλεια του έκφραση.

Ο Βάγκνερ γεννήθηκε στη Λειψία στις 22 Μάιου 1813. Δεν υπήρξε καθόλου μια πρώιμη μεγαλοφυΐα σαν τον Μότσαρτ ή τον Σούμπερτ. Στη παιδική του ηλικία, τίποτα δεν έδειχνε πως θα γίνονταν ένας τόσο μεγάλος μουσικός που το όνομα του θα έμενε αθάνατο και που η προσωπικότητα του, οι ιδέες του, το έργο του, θα επηρέαζαν εκατοντάδες μουσικούς, συγχρόνους του και μεταγενέστερους και όχι  βέβαια μονάχα Γερμανούς….. Πραγματικά, λίγα πνεύματα στην ιστορία είναι τόσο παγκόσμια σαν το Βάγκνερ, λίγοι άνθρωποι απασχόλησαν τόσο την παγκόσμια λογοτεχνία και κριτική, όσο ο Βάγκνερ, που δεν υπήρξε μονάχα ένας μεγάλος μουσικός, αλλά και ποιητής και φιλόλογος και συγγραφέας.

Η παιδική ηλικία

Γεννήθηκε σε μια απλή, αστική οικογένεια, όπου κανένας δεν ήταν μουσικός. Κι’ ούτε στους προγόνους του υπάρχει κανένας που να ασχολήθηκε σοβαρά με την μουσική. Ο πατέρας του ήταν ένας απλός γραμματέας στη διεύθυνση της αστυνομίας στη Λειψία και η γέννηση του μικρού Ριχάρδου δεν θεωρήθηκε καθόλου σαν «ευτυχές γεγονός», επειδή υπήρχαν ήδη οκτώ παιδιά στην οικογένεια και η εποχή ήταν δύσκολη : εποχή πολεμική, ο Ναπολέων αναστάτωνε την Ευρώπη και ήταν μέσα στους κρότους των κανονιών – Ο Ναπολέων έμπαινε στη Λειψία – που γεννήθηκε αυτό το ένατο παιδί του Φρέντερικ και της Γιοχάννας Βάγκνερ. Η γέννηση του δεν υπήρξε «γεγονός» παρά μόνο για την όμορφη μητέρα του που, παρά τους τόσους τοκετούς της διατηρούσε τη δροσιά της και την κομψότητα της και, ίσως, για ένα οικογενειακό φίλο, τον ηθοποιό Λούτβιχ Γκάϊερ….

Ο μικρός Ριχάρδος δεν γνώρισε τον πατέρα του, πέθανε έξι μήνες μετά τη γέννηση του, από το τύφο που θέριζε τη πόλη. Ένα χρόνο μετά το θάνατο του πατέρα του, τον Αύγουστο του 1814, η μητέρα του παντρεύονταν με τον Λούντβιχ Γκάϊερ και, για κάμποσα χρόνια, ο μικρός Ριχάρδος, στο σχολείο και παντού ονομάζονταν Ριχάρδος Γκάϊερ. Σε μια αυτοβιογραφία του μάλιστα που κατέστρεψε αργότερα η γυναίκα του, λένε πως άρχιζε έτσι : « Ονομάζομαι Ρίχαρντ Γκάϊερ….».

Ο πατέρας Βάγκνερ ήταν ένας μορφωμένος άνθρωπος και αγαπούσε με πάθος το θέατρο. Ο Λούτβιχ Γκάϊερ, που από οικογενειακός φίλος έγινε ο προστάτης της οικογένειας, ήταν ένας ηθοποιός με ταλέντο, αλλά και ζωγράφος και τραγουδιστής με ωραία φωνή τενόρου. Έτσι στο σπίτι των Βάγκνερ και όσο ζούσε ο πατέρας, και έπειτα, όταν τον αντικατέστησε ο Γκάϊερ – που μάλιστα, η Γιοχάννα του χάρισε και ένα δέκατο παιδί, ένα κοριτσάκι – οι βραδιές περνούσαν με φιλολογικές και καλλιτεχνικές συζητήσεις, όταν δεν πήγαιναν όλοι στο θέατρο. Ένα πιάνο υπήρχε στο σαλόνι της Γιοχάννας Βάγκνερ-Γκάϊερ, που όλοι έπαιζαν ερασιτεχνικά, όπως γίνεται σε όλα σχεδόν τα γερμανικά σπίτια.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον μεγάλωσε ο Ρίχαρντ. Συχνά, τον πέρνανε στο θέατρο και μάλιστα δυο-τρεις φορές του αναθέσανε μικρά, παιδικά ρολάκια. Παιδί του θεάτρου. Δυο αδελφές του έγιναν σπουδαίοι ηθοποιοί. Το ίδιο και ένας αδελφός του. Μια άλλη αδελφή, τραγουδίστρια στην όπερα. Έτσι, ο πατριός του, ο Γκάϊερ, προόριζε και τον Ρίχαρντ για το θέατρο.

Όταν συμπλήρωσε τα επτά του χρόνια, τον βάζουν εσωτερικό στο οικοτροφείο ενός πάστορα. Εκεί, ο μικρός Ρίχαρντ ακούει να του διαβάζουν διάφορα παραμύθια, αλλά εκείνο που του προξενεί την πιο μεγάλη εντύπωση είναι όταν ακούει τον πάστορα να διαβάζει στις εφημερίδες τις ειδήσεις για την επανάσταση της Ελλάδας ενάντια στο Τούρκο κατακτητή, όταν ακούει τις συζητήσεις και τα σχόλια πάνω σε αυτόν τον απελευθερωτικό πόλεμο. Από τη στιγμή εκείνη, η Ελλάδα και η μυθολογία εισορμούν απότομα στο μυαλό του παιδιού όπου θα μείνουν καρφωμένες για πάντα. Ακούει πως ένας Άγγλος, ο λόρδος Μπάϋρον, πήγε στο Μεσολόγγι και πέθανε για την Ελλάδα. Και ο μικρός Ρίχαρντ Βάγκνερ αντλεί σε αυτά τα μαθήματα της δόξας, τους πρώτους του ενθουσιασμούς.

Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

Μουσικής παιδεία 20 ( Σειρά άρθρων )


Ο Μότσαρτ απέναντι στη ποίηση



Αν ο πρώτος «κλασσικός» της όπερας είναι ο Μοντεβέρντι με τον «Ορφέα» του (1607), ο πρώτος που βλέπει την όπερα σαν πραγματικό μουσικό είδος, η αληθινή μεγαλοφυΐα της «μουσικής όπερας» είναι ο Μότσαρτ. Ο ισχυρισμός αυτός χρειάζεται μια εξήγηση : Ο Μοντεβέρντι με τον «Ορφέα» του δίνοντας στην «υπόθεση» μια ιδιαίτερη σημασία και στη ποίηση πλήρη δικαιώματα αντίκρυ στη μουσική , βρίσκεται μαζί με το Γκλούκ και τον Βάγκνερ στην πλευρά του «μουσικού δράματος», ενώ ο Μότσαρτ βλέπει την όπερα σαν καθαρά μουσικό είδος, όχι πως δεν τον ενδιαφέρει η «υπόθεση», αλλά και αυτή ολόκληρη την παίρνει σαν μουσική και μόνο μουσική, ζωγραφίζοντας, πλάθοντας «μουσικά», τον κάθε του ήρωα, την κάθε ψυχική κατάσταση, το κάθε περιβάλλον- όλη την «υπόθεση» η μεγαλοφυΐα του Μότσαρτ την συλλαμβάνει σαν ένα μουσικό σύνολο, κυρίαρχη πάνω από την ποίηση μένει η μουσική και μόνο η μουσική. Είναι σαν έργα μουσικής δωματίου οι όπερες του Μότσαρτ όπου ο κάθε τραγουδιστής είναι σαν ένας σολίστας που η παραμικρή του παράβαση μπορεί να ταράξει και να σαλέψει όλο το έργο. Γι’ αυτό λέω πως ο Μότσαρτ είναι ο δημιουργός της «μουσικής όπερας» - όσο και αυτό φαίνεται παράξενο μια και η όπερα είναι ένα μουσικό είδος – και γι’ αυτό οι εκτελέσεις από όπερες του Μότσαρτ απαιτούν μια εντελώς ιδιαίτερη μουσικότητα των τραγουδιστών και μουσικών της ορχήστρας, μια βαθειά εξοικείωση με το ξεχωριστό του ύφος.



Μότσαρτ και Γκλούκ



Στην ιστορία της όπερας στέκονται δυο μεγάλες μορφές :
Ο Γκλούκ και ο Μότσαρτ.
Στο πεδίο της «σοβαρής όπερας», δεν ξεπέρασε το Γκλούκ, αλλά ούτε και είχε τη διάθεση κι’ ούτε καν τη πρόθεση να συνεχίσει το έργο του Γκλούκ. Ο Μότσαρτ ήταν πάρα πολύ μουσικός και πάρα πολύ αυθόρμητος ώστε να ακολουθήσει ένα «πρόγραμμα». Έτσι, αν στις δυο σοβαρές του όπερες, τον «Ιδομενέα» και το «Τίτο» βρίσκουμε κάτι από το ύφος του Γκλούκ – τα δραματικά κόρα και τα μπαλέτα – αυτό δεν δείχνει καθόλου πως ο Μότσαρτ αναγνώρισε ή θέλησε να συνεχίσει τη βασική μεταρρύθμιση του Γκλούκ . Τόσο στον Ιδομενέα, όσο και στον Τίτο λείπει η κλασσική απλότητα , η μεγάλη δραματική γραμμή του Γκλούκ. Αλλά τι σημαίνει αυτό, μπροστά στις ώριμες κωμικές όπερες του Μότσαρτ «Φίγκαρο», «Ντον Τζιοβάννι», «Έτσι κάνουν όλες» που μένουν αιώνια νέες, αιώνιες πηγές νεότητας, ξεχειλίζοντας από χαρά και ευθυμία!

Παρακολουθώντας την εξέλιξη του, βλέπουμε πως στα νεανικά, στα παιδικά του μάλλον έργα, ακολουθεί τα ιταλικά πρότυπα, παίρνοντας όλα τα στοιχεία της φόρμας των Ιταλών που όμως ακριβώς επειδή δεν τα παραμέρισε σαν το Γκλούκ, τα τελειοποιεί, τους δίνει βάθος, τα μεταπλάθει έτσι που τα κάνει δικά του και τα χρησιμοποιεί για να ανοίξει νέους δρόμους στην όπερα. Με την «Απαγωγή από το Σεράι» ο Μότσαρτ ανοίγει το δρόμο της γερμανικής όπερας, με το «Μαγεμένο αυλό» φθάνει στο τέρμα, γίνεται ο δημιουργός της γερμανικής όπερας, ανοίγει το δρόμο προς τον γερμανικό ρομαντισμό, προς τον «Φιντέλιο» του Μπετόβεν, το «Φράισουτς» του Βέμπερ, ακόμα και προς το μουσικό δράμα του Βάγκνερ….
Είναι καταπληκτική η μουσική που ενέπνευσε στο Μότσαρτ το λιμπρέτο του «Μαγεμένου αυλού», ένα λιμπρέτο ανόητο και παράλογο του Σικανέντερ ( ήταν ένας διευθυντής θεάτρου) , αντίθετα με τα χαριτωμένα και τόσο ισορροπημένα λιμπρέτα του Ντα Πόντε .

Εκείνο που τράβηξε και φτέρωσε την έμπνευση του Μότσαρτ εδώ είναι πολύ περισσότερο από τη «μαγική» ατμόσφαιρα, το μυστικό βάθος, η θρησκευτική ιδέα που παρασύρει τον Μότσαρτ σε μια θαυμαστή μουσική ιερατικής μεγαλοπρέπειας, σε ένα μουσικό συμβολισμό, σε ένα υψηλό ιδεαλισμό. Κι’ όπως όλα τα έργα του, είναι και εδώ η νίκη του Καλού ενάντια στο Κακό, είναι η νίκη του φωτός ενάντια στο σκοτάδι. «Οι αχτίδες του ήλιου εκμηδενίζουν τις δυνάμεις του Κακού» με αυτά τα λόγια τελειώνει το έργο.

Mozart : Magic flute - Queen of Night Aria, 3 min.






Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΟΠΕΡΑ

Ο «Φιντέλιο» του Μπετόβεν

Οι όπερες του Βέμπερ

«Φράισουτς» - «Ευρυάνθη» - «Όμπερον»


Έχουμε αναφέρει ότι ο Μότσαρτ άνοιξε το δρόμο της γερμανικής όπερας, ιδιαίτερα με την κωμική του όπερα «Μαγεμένος αυλός».
Η ορχήστρα έχει πάρει πια στις όπερες του Μότσαρτ ένα σπουδαίο ρόλο, το συμφωνικό σύνολο συνδέεται με το τραγούδι χωρίς να το πνίγει, η μελωδία, μένει ελεύθερη, χωρίς ως τόσο να κυριαρχεί όπως στις ιταλικές όπερες, κι’ ούτε το συμφωνικό μέρος θυσιάζεται στη ποίηση – στην απαγγελία – όπως στις όπερες του Γκλούκ. Όλα τα δένει ο Μότσαρτ με ένα σοφό τρόπο, τα δένει χωρίς να θυσιάζει τίποτα. Και, πρώτος αυτός, εγκαταλείπει τα αρχαία θέματα και διαλέγει τέτοια από τη καθημερινή ζωή ή από τον κόσμο της φαντασίας, όπως στο «Μαγεμένο αυλό», την όπερα που αγαπούσε ιδιαίτερα ο Μπετόβεν θεωρώντας την σαν το αριστούργημα του Μότσαρτ, όχι για το θέμα του ίσως, αλλά για τη μουσική του, για την πληρότητα και την ολοκλήρωση της μουσικής του σκέψης. Και αυτή ακριβώς η προτίμηση του Μπετόβεν, μας δείχνει τις ιδέες του για την όπερα, όπως και δικαιώνει τη γνώμη πως ο Μότσαρτ άνοιξε το δρόμο της γερμανικής όπερας.



Ο «Φιντέλιο» του Μπετόβεν



Πολλοί συνθέτες σύγχρονοι και μεταγενέστεροι του Μότσαρτ έγραψαν γερμανικές όπερες ακολουθώντας – ή προσπαθώντας να ακολουθήσουν – το ύφος του. Μερικά από αυτά, τα έργα είναι αξιόλογα, μερικά μπορεί να παίζονται ακόμα στη Γερμανία, ιδίως ορισμένες κωμικές όπερες, όμως, στη σειρά, μετά τον Μότσαρτ, τρία μεγάλα ονόματα λαμπρύνουν την ιστορία της γερμανικής όπερας, ξεπερνούν τα γερμανικά σύνορα και γίνονται παγκόσμια : Μπετόβεν, Βέμπερ, Βάγκνερ. Τον Βάγκνερ θα ακολουθήσει ο Ριχάρδος Στράους…
Μια και μόνη όπερα έγραψε ο Μπετόβεν : Τον «Φιντέλιο», παίρνοντας ένα θέμα που τον ενδιέφερε ξεχωριστά, που τον «πονούσε» : το θέμα της αγάπης, το θέμα της αφοσίωσης και της πίστης. Αυτός που μάταια αναζήτησε την αγάπη, τον πιστό έρωτα μιας ιδανικής γυναίκας, αυτός που διαψεύθηκε και απογοητεύτηκε κάθε φορά που νόμισε πως βρήκε το αντικείμενο των ονείρων του, αλλά που συνάμα σε όλη του τη μουσική δεν εμπνεύστηκε και δεν εξύμνησε παρά μονάχα ανώτερα και υψηλά αισθήματα, ήταν φυσικό να ελκυσθεί από αυτό το παλιό γαλλικό δράμα που τίτλος του ήταν «Λεονώρα ή ο Συζυγικός Έρωτας», γραμμένο από το Γάλλο δραματικό συγγραφέα Ιωάννη-Νικόλα Μπουγύ – που βέβαια δεν θα τον θυμόμαστε καθόλου χωρίς τον Φιντέλιο ! Το όνομα «Φιντέλιο» είναι δημιούργημα του Μπετόβεν, παρμένο από τη λέξη «Fedele” (Φεντέλε ιταλική : πιστός) και με αυτό βαφτίζει την ηρωίδα του, τη Λεονώρα, που πιστή μέχρι αυτοθυσίας στο σύζυγο της , ντύνεται ανδρικά και πηγαίνει και γίνεται υπηρέτης του δεσμοφύλακα της φυλακής όπου ένας εχθρός έχει κλείσει τον αγαπημένο της Φλορεστάν, για να προσπαθήσει να τον γλυτώσει, όπως και τον γλυτώνει από βέβαιο θάνατο – από το μαχαίρι του Πιτσάρο – του εχθρού του που είναι ο διευθυντής της φυλακής.
Αυτό το τόσο απλό θέμα, έκανε τον Μπετόβεν να γράψει ένα αριστούργημα όπου έβαλε όλη του την μεγαλοφυΐα. Τόγραψε και το ξανάγραψε πολλές φορές , αρκεί να σκεφθούμε ότι για το «Φιντελιο», ο Μπετόβεν έγραψε τέσσαρες εισαγωγές – «Λεονώρα αριθ.1», αριθ,2 και αριθ. 3 που από αυτές, η μεν πρώτη δεν χρησιμοποιήθηκε μετά τον Μπετόβεν, η δε δεύτερη και Τρίτη ( η πιο ωραία) παίζονται μόνο στις συναυλίες, ενώ την όπερα προλογίζει μια τέταρτη εισαγωγή ! Συχνά όμως η εισαγωγή «Λεονώρα αριθ.3» παίζεται ανάμεσα στην πρώτη και δεύτερη πράξη του έργου.
Αλλά ούτε και πέτυχε ο «Φιντελιο» όταν πρωτοδόθηκε στις 20 Νοεμβρίου του 1808, όχι μόνο εξαιτίας των μειονεκτημάτων του λιμπρέτου, αλλά και επειδή ο κόσμος ήταν αναστατωμένος από άλλα γεγονότα – μια εβδομάδα πριν από τη παράσταση είχε μπει ο Ναπολέων στη Βιέννη , μετά τη μάχη του Αούστερλιτς. Όπως και αν είναι, ο Μπετόβεν διόρθωσε πολλά και με την συνεργασία του Φρίντριχ Τράϊτσκε, που ήταν ο «επίσημος θεατρικός ποιητής» της Βιέννης, επέφερε πολλές αλλαγές στο πρωταρχικό λιμπρέτο, εντείνοντας την δραματική δράση και συμπτύσσοντας τις τρεις πράξεις σε δυο.
Και έτσι, η πραγματική πρεμιέρα δόθηκε μόλις το 1814, στις 23 Μαΐου. Από τότε ο «Φιντελιο» άρχισε να σημειώνει επιτυχία, πρώτα στην Αυστρία και στη Γερμανία και έπειτα, σιγά-σιγά, και στις άλλες χώρες. Πάντως η παγκόσμια επιτυχία άργησε να έρθει. Το συμφωνικό του ύφος, ο τόσο έντονος γερμανικός χαρακτήρας του, ήταν τα κυριότερα εμπόδια για την διάδοση και επιβολή του «Φιντέλιο» έξω από τα γερμανικά σύνορα.


Beethoven : Fidelio - O welche lust , 8 min.