Κυριακή 26 Ιουλίου 2015

" Ντον Ζουάν", περίληψη του ποιήματος του Lord Byron - Δεύτερο μέρος ( 6-10 Ωδή ).


Η έκτη Ωδή ( Canto VI )

Η έκτη ωδή αρχίζει στο πρωτότυπο ως ακολούθως,
"There is a tide in the affairs of men,
Which,—taken at the flood,"—you know the rest,
And most of us have found it now and then:
At least we think so, though but few have guessed
The moment, till too late to come again.
But no doubt everything is for the best—
Of which the surest sign is in the end:
When things are at the worst they sometimes mend.


 Η 6η ωδή συνεχίζει την ιστορία του Ζουάν στο χαρέμι. Μια και δεν υπάρχει κατάλληλο κρεβάτι μέχρι στιγμής  για τον Ζουάν, η μητέρα "των καμαριέρων" που έχει την ευθύνη του χαρεμιού, αποφάσισε ότι η "Τζοάνα" θα πρέπει να μοιρασθεί το κρεβάτι με την Ντούτζη, μια κομψή οδαλίσκη 17 ετών. Στο μέσο της νύχτας, όταν όλο το χαρέμι κοιμόνταν, η Ντούτζη ξεφώνιζε τόσο δυνατά που ξύπνησε όλους τους συντρόφους της, οι οποίοι έσπευσαν να δουν τι συμβαίνει. Η Ντούτζη με κάποια ντροπή, εξηγεί ότι ονειρεύτηκε ότι περπατούσε σε ένα δάσος και έφθασε σε ένα δέντρο στο οποίο κρέμονταν ένα χρυσό μήλο. Αφού μάταια προσπάθησε να πιάσει το μήλο, αυτό έπεσε από μόνο του στα πόδια της, Όταν το έπιασε και προσπάθησε να το δαγκώσει, μια μέλισσα βγήκε από αυτό και την τσίμπησε. Στο σημείο αυτό του παράξενου ονείρου της, ξύπνησε με μια δυνατή κραυγή. Η Ντούτζη είναι πάρα πολύ απολογητική για την ενόχληση που προκάλεσε και το χαράμι τελικά ησύχασε και αποκοιμήθηκε.
Όταν η σουλτάνα ξύπνησε το επόμενο πρωϊ, έστειλε τον Μπαμπά να εξακριβώσει τι διάθεση έχει ο Ζουάν. Ο Μπαμπά προσπάθησε να της κρύψει την αλήθεια, αλλά οι επίμονες ερωτήσεις της τον ανάγκασαν να ομολογήσει ότι ο Ζουάν κοιμήθηκε στο ίδιο κρεβάτι με την Ντούτζη. Όταν η Σουλτάνα το έμαθε αυτό, σε έξαλη κατάσταση, διέταξε τον Μπαμπά να καλέσει τους δύο και να προετοιμάσει να τους ξεφορτωθεί κατά τον συνήθη τρόπο. Να τους δέσει μέσα σε σακιά και να τους πετάξει στην θάλασσα.. Ο Μπάμπα προσπάθησε να της αλλάξει γνώμη, αλλά γρήγορα κατάλαβε ότι αυτή ήταν αμετάπειστη.
 
Οι δυο τελευταίες στροφές στο πρωτότυπο είναι,

Now, if this holds good in a Christian land,
  The heathen also, though with lesser latitude,
Are apt to carry things with a high hand,
  And take what kings call 'an imposing attitude,'
And for their rights connubial make a stand,
  When their liege husbands treat them with ingratitude:
And as four wives must have quadruple claims,
The Tigris hath its jealousies like Thames.
 
Gulbeyaz was the fourth, and (as I said)
  The favourite; but what 's favour amongst four?
Polygamy may well be held in dread,
  Not only as a sin, but as a bore:
Most wise men, with one moderate woman wed,
  Will scarcely find philosophy for more;
And all (except Mahometans) forbear
To make the nuptial couch a 'Bed of Ware.'


 Η εβδόμη Ωδή ( Canto VII )

 Η εβδόμη ωδή αρχίζει στο πρωτότυπο ως ακολούθως
 
O Love! O Glory! what are ye who fly
       Around us ever, rarely to alight?
     There 's not a meteor in the polar sky
       Of such transcendent and more fleeting flight.
     Chill, and chain'd to cold earth, we lift on high
       Our eyes in search of either lovely light;
     A thousand and a thousand colours they
     Assume, then leave us on our freezing way.

 
Η εβδόμη ωδή, μια από τις συντομότερες του Ντον Ζουάν, είναι κυρίως μια εισαγωγή στην ογδόη ωδή, στην οποία ο Μπάϋρον περιγράφει την μάχη του Ισμαήλ. Στις επτά πρώτες στροφές ο Μπάϋρον υπερασπίζεται τον εαυτό του από τις κριτικές εκείνες του Ντον Ζουάν που επικρίνουν το ποιητή. Για να κρατήσει την ανυπαρξία της ζωής, αυτός κάνει μόνο, ότι έκαναν και άλλοι συγγραφείς, όπως ο Σολομών, ο Ντάντε, ο Σουίφτ και άλλοι. Κοροϊδεύει όλα τα πράγματα, διότι όλα τα πράγματα είναι απλώς μια παράσταση. Θα πει τώρα στους αναγνώστες του για την μάχη του Ισμαήλ.
Το Ισμαήλ είναι ένα τουρκικό φρούριο στο στόμιο του Δούναβη, προστατευμένο από επιθέσεις στη ξηρά, αλλά όχι και στην θάλασσα. Οι Ρώσοι έφθασαν από την θάλασσα, προσάρμοσαν τον στόλο τους σε ένα μικρό νησί στον Δούναβη και άρχισαν να βομβαρδίζουν την πόλη. Όταν οι βομβαρδισμοί τους δεν έφεραν το αναμενόμενο αποτέλεσμα στα περίχωρα της πόλης, ο επικεφαλής Ρώσος αποφάσισε να οπισθοχωρήσουν. Εκείνη την στιγμή φθάνει ένας αγγελιοφόρος με τα νέα ότι ο στρατηγός Σουβάροφ ανέλαβε την αρχηγεία του Ρωσικού στρατεύματος.
Η άφιξη του στρατηγού Σουβάροφ αναπτέρωσε το ηθικό του στρατεύματος. Αμέσως άρχισαν προετοιμασίες για μια νέα επίθεση. Αυτός διδάσκει ακόμη και στους αρχάριους πως θα χειρίζονται την ξιφολόγχη. Βρίσκεται παντού " επιθεωρώντας, στριφογυρίζοντας, διατάσσοντας, χειρονομώντας, μελετώντας" στίχος 55.
Στο μέσο της προετοιμασίας, μερικοί Κοζάκοι στρατιώτες έφεραν μπροστά του μια ομάδα ντυμένους με τούρκικες ενδυμασίες.  Είναι ο Ντον Ζουάν, ο Τζόνσον, ένας ευνούχος και δυο γυναίκες. Ο Σουβάροφ γνωρίζει τον Τζόνσον από φήμες και τον διατάσσει να αναφέρει στον παλιό του σύντροφο Ζουάν να τεθεί στην υπηρεσία του στρατηγού, και οι γυναίκες στέλνονται στα βαγόνια με τις αποσκευές. Εν το μεταξύ συνεχίζονται οι προετοιμασίες για μια γενική επίθεση την επόμενη μέρα.
 
 Η ωδή τελειώνει στο πρωτότυπο με τις ακόλουθες 2 στροφές,
 
The night (I sing by night—sometimes an owl,
       And now and then a nightingale) is dim,
     And the loud shriek of sage Minerva's fowl
       Rattles around me her discordant hymn:
     Old portraits from old walls upon me scowl—
       I wish to heaven they would not look so grim;
     The dying embers dwindle in the grate—
     I think too that I have sate up too late:

     And therefore, though 't is by no means my way
       To rhyme at noon—when I have other things
     To think of, if I ever think—I say
       I feel some chilly midnight shudderings,
     And prudently postpone, until mid-day,
       Treating a topic which, alas! but brings
     Shadows;—but you must be in my condition
     Before you learn to call this superstition.
 
 
Η όγδοη Ωδή ( canto VIII )

 Η ωδή αρχίζει στο πρωτότυπο ως ακολούθως
 
 O blood and thunder! and oh blood and wounds!
       These are but vulgar oaths, as you may deem,
     Too gentle reader! and most shocking sounds:
       And so they are; yet thus is Glory's dream
     Unriddled, and as my true Muse expounds
       At present such things, since they are her theme,
     So be they her inspirers! Call them Mars,
     Bellona, what you will—they mean but wars.

Η επίθεση στο Ισμαήλ αρχίζει με ένα καταιγισμό του ρωσικού πυροβολικού, ο οποίος σύντομα ανταποδίδεται μέσα από το φρούριο. Η ρωσική πτέρυγα διατάσσεται  να επιτεθεί και η σφαγή αρχίζει. Αντί να επιχειρήσει να περιγράψει με λεπτομέρειες την μάχη, ο Μπάϋρον επικεντρώνεται στην μοίρα του Ζουάν και του Τζόνσον ιο οποίοι μάχονται στην ίδια μονάδα. Το ξεκίνημα τους, η προέλαση τους "νεκρά κορμιά ποδοπατώντας μέσα στην φωτιά, σπρώχνοντας, σκίζοντας, λαμποκοπώντας, ιδρώνοντας " κυλιούνται " στην αιματοβαμμένη λάσπη / του θανάτου και χιλιάδων νεκρών" (στίχος 19), μερικές φορές κερδίζοντας έδαφος, μερικές φορές αναγκάζονται να χάνουν έδαφος. Ο Μπάϋρον απολογείται για την στάση του Ζουάν στην επίθεση ότι αυτός είναι μια μορφή  παρόρμησης και φαντασιώνεται από την τιμή να νικήσει στην μάχη.
Τυχαία ο Ζουάν απομονώνεται από την μονάδα του, καθώς αυτός εξορμά για να φθάσει τους προελαύνοντες του στρατηγού Λασύ. Ο Τζόνσον ο οποίος είχε υποχωρήσει, φάνηκε ξανά. Ευνοημένοι από την τύχη, αιματοβαμμένοι, αυτός και οι σύντροφοι του, βρίσκονται μέσα στα τείχη του Ισμαήλ και ο Ζουάν διατάσσεται από το στρατηγό Λασύ. Παρ'όλη την σθεναρή αντίσταση των Τούρκων, οι ρωσικές δυνάμεις προωθούνται και κατορθώνουν να εγκλωβίσουν τον Τούρκο διοικητή και να του προτείνουν συνθηκολόγηση, αλλά αρνείται και τον σκοτώνουν. Κυριεύεται ολόκληρη η πόλης, τμήμα -τμήμα, διότι οι Τούρκοι αρνούνται να παραδοθούν. Αυτά περιγράφονται στην στροφή 88.
Ο Ζουάν δείχνει τον ανθρωπισμό του σώζοντας την ζωή μιας Τουρκάλας δέκα ετών, προσπαθώντας να την κρύψει πίσω από μια σφαγμένη γυναίκα. Δυο κοζάκοι ήταν έτοιμοι να την σφάξουν όταν έφθασε ο Ζουάν και τραυματίζοντας τα οπίσθια του ενός και τους ώμους του άλλου, έσωσε το τραυματισμένο κορίτσι. Όταν ο Ζουάν επέμενε να μην προχωρήσει άλλο, μέχρις ότου βρει ένα ασφαλές μέρος για το κορίτσι, ο Τζόνσον διατάσσει ένα αριθμό συντρόφων του να προσέχουν το κορίτσι. 
Μεταξύ των τελευταίων Τούρκων που παραδόθηκαν είναι ένας Τάρταρος ο Κάν και οι πέντε γιοί του. Αρνήθηκε κάθε ευκαιρία να παραδοθεί και βλέπει τους γιούς του να σκοτώνονται ο ένας μετά τον άλλο, μπροστά στα μάτια του. Ακόμη και τότε δεν παραδίνεται και ακολουθεί τους γιούς του στο θάνατο. Όταν ολόκληρη η πόλης βρίσκεται στα χέρια των Ρώσων, διαπράττονται εγκλήματα κάθε μορφής. Μετά την μάχη ο Σουβάροφ γράφει ένα μήνυμα στην βασίλισσα Αικατερίνη " Δόξα στο Θεό και στην Αυτοκράτειρα μας!" ( στίχος 133 ).

Η ωδή τελειώνει στο πρωτότυπο με τις ακόλουθες 2 στροφές,

This special honour was conferr'd, because
       He had behaved with courage and humanity—
     Which last men like, when they have time to pause
       From their ferocities produced by vanity.
     His little captive gain'd him some applause
       For saving her amidst the wild insanity
     Of carnage,—and I think he was more glad in her
     Safety, than his new order of St. Vladimir.

     The Moslem orphan went with her protector,
       For she was homeless, houseless, helpless; all
     Her friends, like the sad family of Hector,
       Had perish'd in the field or by the wall:
     Her very place of birth was but a spectre
       Of what it had been; there the Muezzin's cal
     To prayer was heard no more!—and Juan wept,
     And made a vow to shield her, which he kept.



Η ενάτη ωδή ( canto IX )

Η ωδή αρχίζει στο πρωτότυπο ως ακολούθως

O, Wellington! (or 'Villainton'—for Fame
       Sounds the heroic syllables both ways;
     France could not even conquer your great name,
       But punn'd it down to this facetious phrase—
     Beating or beaten she will laugh the same),
       You have obtain'd great pensions and much praise:
     Glory like yours should any dare gainsay,
     Humanity would rise, and thunder 'Nay!'

 Οι πρώτες 10 στροφές είναι μια επίθεση στον Γουέλλινγτον ο οποίος κέρδισε την μάχη του Βατερλό και είχε πλουσιοπάροχα ανταμειφθεί από την Αγγλία για την νίκη του. Θα έπρεπε να μην είχε δεχθεί τα δώρα που η χώρα του απλόχερα του έδωσε, ο Μπάϋρον σκέφτεται, αυτός θα έπρεπε να είχε ικανοποιηθεί με τις ευχαριστίες, όπως ο Επαμεινώνδας ο οποίος έσωσε την Θήβα και ο Ουάσινγκτον ο οποίος ελευθέρωσε την χώρα του. Θα μπορούσε να είχε ελευθερώσει την Ευρώπη από τους τυράννους βασιλείς που την κυβερνάνε και δεν την κυβερνάνε. " Πότε θνητός άνδρας δεν είχε τέτοια ευκαιρία, εκτός του Ναπολέοντα ή την καταχράται περισσότερο"
Επιστρέφοντας στην διήγηση, μαθαίνουμε ότι ο Ντόν Ζουάν έχει επιλεγεί από τον Σουβάροφ να μεταφέρει τα νέα της κατάκτησης του Ισμαήλ στην Αυτοκράτειρα Αικατερίνη στην Πετρούπολη. Καθώς γονάτιζε μπροστά από την βασίλισσα με την ανταπόκριση του, το ωραίο νεανικό του βλέμμα κάνει τέτοια εντύπωση σε αυτήν ώστε για κάποιο χρόνο ξέχασε να ανοίξει το μήνυμα. Τον ερωτεύτηκε καθώς τον κοίταζε. Τότε άνοιξε την ανταπόκριση του και " μεγάλη χαρά είναι δική της".
Η προσοχή όλης της Αυλής συγκεντρώθηκε στον Ζουάν όταν είδαν ότι αυτός κέρδισε την εύνοια της αυτοκράτειρας Αικατερίνης . Ο Ζούαν ανταποκρίνεται στην αγάπη της Αικατερίνης. Αν και αυτή είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτόν " είναι αυτός σε τέτοια υπέροχη ηλικία που κάνει όλες τις θηλυκές ηλικίες ίσες " (στίχος 69) .

 Η ωδή τελειώνει στο πρωτότυπο με τις ακόλουθες 2 στροφές,

An order from her majesty consign'd
       Our young lieutenant to the genial care
     Of those in office: all the world look'd kind
       (As it will look sometimes with the first stare,
     Which youth would not act ill to keep in mind),
       As also did Miss Protasoff then there,
     Named from her mystic office 'l'Eprouveuse,'
     A term inexplicable to the Muse.

     With her then, as in humble duty bound,
       Juan retired,—and so will I, until
     My Pegasus shall tire of touching ground.
       We have just lit on a 'heaven-kissing hill,'
     So lofty that I feel my brain turn round,
       And all my fancies whirling like a mill;
     Which is a signal to my nerves and brain,
     To take a quiet ride in some green Lane.


Η δεκάτη ωδή ( Canto X )

Η ωδή αρχίζει στο πρωτότυπο ως ακολούθως

When Newton saw an apple fall, he found
       In that slight startle from his contemplation—
     'T is said (for I 'll not answer above ground
       For any sage's creed or calculation)—
     A mode of proving that the earth turn'd round
       In a most natural whirl, called 'gravitation;'
     And this is the sole mortal who could grapple,
     Since Adam, with a fall or with an apple.

Στην Ρωσία ο Ζουάν έγινε ένας διακεκριμένος Ρώσος αυλικός και στην πορεία γίνεται λιγάκι χαμένος. Ζει " σε βιασύνη/ στη σπατάλη και στην πρεμούρα και στην χλιδή και στα λούστρα και στην χρυσόσκονη" (στίχος 26 ). Γράφει στους συγγενείς του στην Ισπανία για τις τωρινές του καταστάσεις. Απαντούν αμέσως, εντυπωσιασμένοι από την καλή του τύχη. Μερικοί από αυτούς προετοιμάζονται να μεταναστεύσουν στη Ρωσία.Η μητέρα του γράφει ότι ξαναπαντρεύτηκε και ο Ζουάν έχει τώρα ένα μικρό αδελφό. Του δίνει ένα σωρό συμβουλές για το πως να συμπεριφέρεται στη Ρωσία.
Η ζωή στη Ρωσία όμως, δεν φαίνεται να ταιριάζει στον Ζουάν. Αυτός αρρωσταίνει. Οι γιατροί, ανίκανοι να προσδιορίσουν την ακριβή αιτία της αρρώστιας του, του συνιστούν να αλλάξει κλίμα. Τυχαίνει εκείνο το καιρό η αυτοκράτειρα Αικατερίνη να βρίσκεται σε διαβουλεύσεις με την Αγγλία και αποφασίζει να τις διαχειριστεί ο Ζουάν. Με την σύντροφο του Λεϊλά και μια ακολουθία από προσωπικούς υπηρέτες και γραμματείς, αναχώρησε για την Ευρώπη, περνώντας από Πολωνία, Γερμανία και Ολλανδία. Τελικά η αποστολή έφθασε στο Λονδίνο.
Η άφιξη τους στην Αγγλία είναι μια πρόκληση για τον Μπάϋρον να προβεί σε μερικά καυστικά σχόλια για την μητρική του γη, της οποίας οι γιοί έχουν "κατακρεουργήσει το ήμισυ της γης και τρομοκρατήσει το υπόλοιπο " (στίχος 81). Τελειώνει την ωδή με μια υπόσχεση να πει στους αγαπημένους του συμπολίτες μερικές δυσάρεστες αλήθειες για τους ίδιους οι οποίοι ως λέγει, αυτοί δεν πιστεύουν.

 Η ωδή τελειώνει στο πρωτότυπο με τις ακόλουθες 2 στροφές,

Teach them the decencies of good threescore;
       Cure them of tours, hussar and highland dresses;
     Tell them that youth once gone returns no more,
       That hired huzzas redeem no land's distresses;
     Tell them Sir William Curtis is a bore,
       Too dull even for the dullest of excesses,
     The witless Falstaff of a hoary Hal,
     A fool whose bells have ceased to ring at all.

     Tell them, though it may be perhaps too late,
       On life's worn confine, jaded, bloated, sated,
     To set up vain pretence of being great,
       'T is not so to be good; and be it stated,
     The worthiest kings have ever loved least state;
       And tell them—But you won't, and I have prated
     Just now enough; but by and by I 'll prattle
     Like Roland's horn in Roncesvalles' battle.

 

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

" Ντον Ζουάν", περίληψη του ποιήματος του Lord Byron - Πρώτο μέρος ( 1-5η Ωδή ).

 

Don Zuan by Lord Byron

Ο χαρακτήρας του Ντον Ζουάν αποδίδεται στην λογοτεχνία στον Ισπανό συγγραφέα Gabriel Tellez (1584-1648) του οποίου το λογοτεχνικό όνομα ήταν Tirso de Molina στο θεατρικό έργο του El Burlador & Sevilla, που ανεβάστηκε στις αρχές του 1630. Ο χαρακτήρας του αδίστακτου γόη έγινε πολύ δημοφιλής σε επόμενους συγγραφείς και από όλους τους λογοτεχνικούς χαρακτήρες, ο Ντον Ζουάν είναι ο μόνος που χρησιμοποιείται περισσότερο, στα θεατρικά έργα, στην παντομίμα, στο αφηγηματικό στίχο. Ο Don Giovanni του Μότσαρτ είναι ένα παράδειγμα για την χρήση του Ντον Ζουάν στην όπερα. Πολύ λίγοι λογοτεχνικοί χαρακτήρες πλησιάζουν σε δημοφιλεία τον Ντον Ζουάν. Αναγνώστες και λάτρεις του θεάτρου φαίνεται να ενθουσιάζονται από το θέμα της "κυρίας-δολοφόνου". Για το πως ο Μπάϋρον γνώρισε το μύθο του Ντον Ζουάν δεν είναι γνωστό, αλλά θα ήταν αδιανόητο για ένα πολυμαθή ποιητή σαν τον Μπάϋρον να μην είχε μάθει για αυτόν. Στον πρώτο στίχο της πρώτης ωδής γράφει :

Θέλω ένα ήρωα.
Έτσι θα πάρω τον παλιό μας φίλο Ντον Ζουάν -
Όλοι τον έχουμε δει, στην παντομίμα,
Στέλνοντας στο διάβολο κάποιους πριν την εποχή του.

Στο καιρό του Μπάϋρον μια γνωστή παντομίμα που βασιζόντανε στο δραματουργό Thomas Shadwell στο θεατρικό έργο με ήρωα τον  Ντον Ζουάν, The Libertine,  που παιζόνταν συχνά στα θέατρα του Λονδίνου. Θα μπορούσε επισης να είχε γνωρίσει την ιστορία από τα θεατρικά έργα του Shadwell ή από το έργο του Μολιέρου με ήρωα τον Ντον Ζούαν, " Ντον Ζουάν ή το πέτρινο φαγοπότι (Le festin de pierre)", ή από το έργο του Goldoni, "Don Juan tenono ", ή μέσω του Μότσαρτ. Ο Ντον Ζουάν ήταν μια δημοφιλής δημόσια φιγούρα των αρχών του 19ου αιώνα.
Η ιδέα στο να χρησιμοποιήσει ο Μπάϋρον  ως κεντρικό χαρακτήρα τον Ντον Ζουάν σε ένα ποίημα με επεισόδια, όπως είχε κάνει με το επιτυχημένο "Το προσκύνημα του Τσάϊλντ Χάρολντ", ένα μακροσκελές, περιγραφικό και στοχαστικό ποίημα που πραγματοποιήθηκε μαζί με το χαρακτήρα του Τσάϊλντ Χάρολντ. Ο ίδιος ο Μπάϋρον ήταν ένας χαρακτήρας Ντον Ζουάν και έτσι ήταν ο σπάταλος πατέρας του, ο Τζόν Μπάϋρον ( John Byron ).
Πως ο Μπάϋρον γνώρισε τις λεπτομέρειες του χαρακτήρα του Ντον Ζουάν το γνωρίζουμε από τις επιστολές του. Ένας άσημος ποιητής του καιρού του, ο John Hookham Frere, με το ψευδώνυμο Whistecraft είχε γράψει ένα ποίημα το 1817 που εκδόθηκε ξανά ανανεωμένο το 1818 με το τίτλο "The Monks and the Giants". Ο Μπάϋρον ενθουσιάστηκε από το μίγμα του σοβαρού και του κωμικού στο ποίημα και αποφάσισε να γράψει ένα ποίημα με τον ίδιο τρόπο. Το αποτέλεσμα ήταν το ποίημα του "Beppo". Το κοινό και οι φίλοι του ικανοποιήθηκαν με τον Beppo και σαν αποτέλεσμα ο Μπάϋρον αποφάσισε να γράψει ένα μακρύ ποίημα χρησιμοποιώντας το ύφος και το στίχο που είχε χρησιμοποιήσει στο "Beppo". Το αποτέλεσμα ήταν το ποίημα "Ντον Ζουάν".

Ο Ντον Ζουάν είναι ένα σατυρικό ποίημα του Λόρδου Μπάϋρον που βασίσθηκε στο μύθο του Ντον Ζουάν τον οποίο ο Μπάϋρον αναμόρφωσε, παρουσιάζοντας τον Ζουάν όχι σαν γυναικοκατακτητή, αλλά σαν κάποιον που εύκολα αποπλανάται από τις γυναίκες. Είναι μια παραλλαγή στην επική μορφή. Ο ίδιος ο Μπάϋρον το αποκαλούσε " Επική σάτυρα". Ο Μπάϋρον τελείωσε  16 ωδές του ποιήματος, αφήνοντας ατέλειωτη την 17η ωδή, προτού πεθάνει το 1824. Όταν οι δυο πρώτες ωδές κυκλοφόρησαν το 1819, το ποίημα χαρακτηρίστηκε για το "άσεμνο περιεχόμενο", αν και έτυχε μεγάλης αποδοχής.
Η ιστορία του ποιήματος περιγράφεται σε 17 ωδές (Cantos), αρχίζοντας με την γέννηση του Ντον Ζουάν. Καθώς ο νεαρός άνδρας είναι επιρρεπής σεξουαλικά και έχει μια σχέση με μια φίλη της μητέρας του. Ο σύζυγος το μαθαίνει και ο Ντον Ζουάν στέλνεται στο Καδίθ (Cardiz). Κατά το ταξίδι, το πλοίο βυθίζεται, επιζεί, και συναντάει την κόρη ενός πειρατή του οποίου οι άνδρες τον πουλούν ως σκλάβο. Μια νεαρή γυναίκα που είναι στο χαρέμι του Σουλτάνου, βλέπει ότι αυτός ο σκλάβος αγοράζεται. Τον μεταμφιέζει σε ένα κορίτσι και τον κρύβει στο δωμάτιο της. Ο Ντον Ζουάν το σκάει, εντάσσεται στο ρωσικό στρατό και σώζει ένα μωαμεθανό κορίτσι με το όνομα Λεϊλά. Ο Ντον Ζουάν συναντάει την Αικατερίνη την Μεγάλη που του ζητάει να μείνει στην Αυλή της. Ο Ντον Ζουάν αρρωσταίνει και στέλνεται στην Αγγλία, όπου εκεί βρίσκει κάποιον να φροντίσει την νεαρή Λεϊλά. Μετά, αναφέρεται σε μερικές περιπέτειες της Αγγλικής αριστοκρατίας. Το ποίημα τελειώνει με την ωδή 17.
Η περίληψη του ποιήματος περιγράφεται παρακάτω ανά ωδή (Canto).


Πρώτη Ωδή (Ι)

DON JUAN



Canto the First.

Έτσι αρχίζει το ποίημα στο πρωτότυπο.

I.

I want a hero: an uncommon want,
When every year and month sends forth a new one,
Till, after cloying the gazettes with cant,
The age discovers he is not the true one;
Of such as these I should not care to vaunt,
I'll therefore take our ancient friend Don Juan—
We all have seen him, in the pantomime,[15]
Sent to the Devil somewhat ere his time.
..............................................................................


Ο Ντον Ζουάν γεννήθηκε στην Σεβίλλη της Ισπανίας, γιός του Ντον Χοσέ, μέλος της αριστοκρατίας και της Δόννα Ινέζ, μιας πολύ μορφωμένης γυναίκας.
Οι γονείς του Ζουάν δεν τα πήγαιναν καλά, γιατί ο Ντον Χοσέ ήταν επιρρεπής περισσότερο στις γυναίκες, παρά στη γνώση και ήταν άπιστος στη Δόννα Ινέζ. Η Δόννα Ινέζ βρισκόνταν στα πρόθυρα να ζητήσει διαζύγιο από τον άνδρα της, όταν την πρόλαβε ο θάνατος. Η εκπαίδευση του Ζουάν έγινε το κέντρο του ενδιαφέροντος της μητέρας του. Της φαινόνταν ότι αυτός πήρε την αναγκαία μόρφωση στις τέχνες και την επιστήμη, αλλά την απασχολούσε ότι αυτός δεν έμαθε τίποτα για τις βασικές αρχές της ζωής.
Μεταξύ των φίλων της Ινέζ είναι η Δόννα Τζούλια, η νεαρή και όμορφη σύζυγος του Ντον Αλφόνσο, ενός μεσόκοπου άνδρα, ανίκανου να ικανοποιήσει την τρυφερότητα της. Όταν ο Ζουάν είναι δέκα έξη χρονών, η Δόννα Τζούλια ερωτεύεται τον νεαρό άνδρα και βρίσκει ευκαιρίες να γίνει φίλος της.
Ένα καλοκαιρινό απόγευμα οι δυο τους εξομολογήθηκαν ο ένας στον άλλο τον έρωτα τους. Το Νοέμβριο εκείνου του χρόνου, ο Ντον Αλφόνσο μπαίνει στην κρεβατοκάμαρα της γυναίκας του, συνοδευόμενος από πλήθος φίλων του. Όταν μπήκε στο δωμάτιο, η σύζυγος του και η υπηρέτρια της τον περιμέναν, τα σεντόνια στο κρεβάτι ήταν τακτοποιημένα. Ο Ντον Αλφόνσο και οι ακόλουθοι του έψαχναν να βρουν τον εραστή της στο δωμάτιο της, αλλά δεν βρήκαν τίποτα. Ενώ έψαχναν, ο Ντον Αλφόνσο δέχεται την έντονη διαμαρτυρία της συζύγου του. Όλοι η συντροφιά αποχωρεί απογοητευμένοι. Ο Ντον Αλφόνσο γρήγορα επιστρέφει για να ζητήσει συγνώμη και τυχαίνει να βρει ένα ζευγάρι ανδρικές παντόφλες στο υπνοδωμάτιο της συζύγου του. Βγαίνει από το δωμάτιο για να πάρει το ξίφος του. Ο Ντον Ζουάν, ο οποίος ήταν κρυμμένος κάτω από τις κουβέρτες, ετοιμάζεται να το σκάσει από την πίσω πόρτα, αλλά πέφτει επάνω στον Ντον Αλφόνσο. Στον αγώνα που ακολουθεί, ο Ζουάν κτυπάει τον Αλφόνσο στη μύτη και το σκάει.
Το αποτέλεσμα των γεγονότων αυτών στέλνει την Δόννα Τζούλια σε μοναστήρι και ο Ντον Αλφόνσο ζητάει διαζύγιο. Η Δόννα Ινέζ αποφασίζει ότι ο γιός της θα πρέπει τα επόμενα τέσσερα χρόνια να τα ξοδεύει ταξιδεύοντας.


Οι δυο τελευταίες στροφές της πρώτης Ωδής.

CCXXI.

But for the present, gentle reader! and
Still gentler purchaser! the Bard—that's I—
Must, with permission, shake you by the hand,
And so—"your humble servant, and Good-bye!"
We meet again, if we should understand
Each other; and if not, I shall not try
Your patience further than by this short sample—
'T were well if others followed my example.

CCXXII.

"Go, little Book, from this my solitude!
I cast thee on the waters—go thy ways!
And if, as I believe, thy vein be good,
The World will find thee after many days."
When Southey's read, and Wordsworth understood,
I can't help putting in my claim to praise—
The four first rhymes are Southey's every line:
For God's sake, reader! take them not for mine.
Nov. 1, 1818.

Δεύτερη Ωδή ( Canto II )

Έτσι αρχίζει η δεύτερη ωδή στο πρωτότυπο.

CANTO THE SECOND.

I.

Oh ye! who teach the ingenuous youth of nations,
Holland, France, England, Germany, or Spain,
I pray ye flog them upon all occasions—
It mends their morals, never mind the pain:
The best of mothers and of educations
In Juan's case were but employed in vain,
Since, in a way that's rather of the oddest, he
Became divested of his native modesty.

Ο Ντον Ζουάν μπαρκάρισε στο πλοίο Trinidada  στο Κάδιθ ( Cardiz ) της Ισπανίας και κατευθυνόνταν στο Λιβόρνο της Ιταλίας όπου η οικογένεια του είχε συγγενείς. Η ακολουθία του αποτελείτο από τρείς υπηρέτες και ένα δάσκαλο. Καθώς ο Ζουάν δεν είχε ιδέα από θάλασσα αμέσως μόλις επιβιβάστηκε , έπαθε ναυτία .Μόλις το πλοίο άφησε το λιμάνι μια ισχυρή καταιγίδα του άλλαξε πορεία. Ότι και εάν έκανε το πλήρωμα, το πλοίο τελικά βυθίστηκε μαζί με τους περισσότερους επιβάτες. Μόνο μερικοί που χωρούσαν σε ένα σωσίβιο και σε μια μακρόστενη βάρκα μπόρεσαν να σωθούν. Το σωσίβιο όμως καταστράφηκε και οι εννέα άνδρες που υπήρχαν σε αυτό, πνίγηκαν. Οι άνδρες στην βάρκα, μαζί με τον Ζουάν και το δάσκαλο του Πετρίλλο, επιθυμούν να χορτάσουν την πείνα τους, τρώγοντας το δέρμα των παπουτσιών τους. Στο σημείο αυτό, ένας από τους επιζώντες προτείνει τον κανιβαλισμό ως μέσο επιβίωσης. Ο κλήρος έπεσε στο δάσκαλο του Ζουάν. Η άφιξη της βάρκας όμως σε ένα νησί, στις Κυκλάδες στο Αιγαίο, εμποδίζει από το να θυσιαστεί ένα δεύτερο θύμα. Η βάρκα παρασύρεται από ένα κύμα και αναποδογυρίζει. Τότε μόνο ο Ζουάν και τρείς άλλοι κατόρθωσαν να επιζήσουν. Γαντζωμένος σε ένα κουπί ο Ζουάν ξεβράζεται στην ακτή και καταφέρνει να μπουσουλίσει στην ακρογιαλιά όπου αμέσως κατέρρευσε. Οι τρείς άλλοι χάθηκαν. Όταν ο Ζουάν ξαναβρήκε τις αισθήσεις του, το πρώτο πράγμα που είδε είναι ένα χαριτωμένο γυναικείο πρόσωπο να τον κυττάζει. Μαζί της είναι μια άλλη νεαρή κυρία και οι δυο τους κάνουν ότι μπορούνε για να ανακτήσει τις δυνάμεις του. Αφού τρίψανε τα παγωμένα μέλη του και τα σκεπάσανε με μια κουβέρτα, τον μεταφέρανε σε μια γειτονική σπηλιά. Οι δυο κυρίες περιποιόντουσαν τον Ζουάν κάθε μέρα και με την φροντίδα τους, γρήγορα επανάκτησε τις δυνάμεις του. Το όνομα της μιας είναι Χάϊντι και της άλλης Ζωή και είναι καμαριέρα της Χάϊντι. Ο πατέρας της Χάϊντι είναι ο Λάμπρος, ένας Έλληνας πειρατής ο οποίος έφτιαξε ένα σπίτι σαν παλάτι στο νησί του Αιγαίου όπου ο Λάμπρος έφθασε ναυαγός. Επειδή ο πατέρας της Χάϊντι μπορεί να πουλούσε τον Ζουάν σαν σκλάβο, η Χάϊντι δεν τόλμησε να τον πάρει στο σπίτι της για να αναρρώσει, αλλά τον κράτησε στη σπηλιά και του έφερε ρούχα, γούνα για ένα ντιβάνι και καθημερινά φαγητό. Όταν ο Ζουάν ανάκτησε τις δυνάμεις του, η Χάϊντι τον μάθαινε Ελληνικά, μια γλώσσα που ο Ζουάν δεν είχε ιδέα, με παντομίμα και επαναλήψεις. Σύντομα ερωτεύτηκαν. Αφού ο Ζουάν έμεινε στην σπηλιά για ένα μήνα, ο στόλος του Λάμπρου ανηχτηκε στην θάλασσα και ο Ζουάν μπόρεσε να εγκαταλείψει την κρυψώνα του και να πραγματοποιεί καθημερινούς περιπάτους με την Χάϊντι, στο μεταξύ βελτίωνε τα Ελληνικά του. Σε αυτούς τους περιπάτους η αγάπη τους ολοένα μεγάλωνε. Τελικά η καρδιά της Χάϊντι δόθηκε ολοκληρωτικά στον Ζουάν, μέχρι μια νύχτα κάτω από τα άστρα.........

By treir own feeling hallowed and United,
Treir priest was Solitude, and they were wed:
And they were happy-for to the Young eyes
Each was an angel, and earth Paridise. (St. 204)

Με τα δικά τους συναισθήματα, άγιασαν και ενώθηκαν
ιερέας τους ήταν η Μοναξιά και παντρεύτηκαν
και ήταν ευτυχισμένοι - γιατί στα δικά τους νεανικά μάτια
Κάθε ένα ήταν ένας άγγελος και η γη Παράδεισος. ( στίχος 204 )
 
Οι δυο τελευταίες στροφές της δεύτερης ωδής είναι στο πρωτότυπο.

CCXV.

The liver is the lazaret of bile,
But very rarely executes its function,
For the first passion stays there such a while,
That all the rest creep in and form a junction,
Like knots of vipers on a dunghill's soil—
Rage, fear, hate, jealousy, revenge, compunction—
So that all mischiefs spring up from this entrail,
Like Earthquakes from the hidden fire called "central."

CCXVI.

In the mean time, without proceeding more
In this anatomy, I've finished now
Two hundred and odd stanzas as before,That being about the number I'll allow
Each canto of the twelve, or twenty-four;
And, laying down my pen, I make my bow,
Leaving Don Juan and Haidée to plead
For them and theirs with all who deign to read.

 

 Τρίτη Ωδή ( Canto III )


Η τρίτη ωδή αρχίζει στο πρωτότυπο με την παρακάτω στροφή.

CANTO THE THIRD.
I.

Hail, Muse! et cetera.—We left Juan sleeping,
Pillowed upon a fair and happy breast,
And watched by eyes that never yet knew weeping,
And loved by a young heart, too deeply blest
To feel the poison through her spirit creeping,
Or know who rested there, a foe to rest,
Had soiled the current of her sinless years,
And turned her pure heart's purest blood to tears!


Μετά από αρκετές στροφές πάνω στο αντικείμενο του έρωτα, όπου και καταλήγει ότι ο έρωτας και ο γάμος είναι αταίριαστος.
Ο Μπάϋρον γυρνάει στον Ζουάν και την Χάϊντι. Η μακρόχρονη απουσία του πατέρα της την έκανε περισσότερο αλόγιστη. Τελειώνοντας όλες τις δουλειές του, ο Λάμπρος επιστρέφει στο λιμάνι στο νησί του, που βρίσκεται στο αντίθετο άκρο από εκεί όπου είναι το σπίτι του. Όταν έφθασε στην κορυφή ενός λόφου από όπου μπορούσε να δει το σπίτι του, παραξενεύτηκε αλλά και ενοχλήθηκε ότον είδε το προσωπικό του, αντί να δουλεύει, να τεμπελιάζει, να χορεύει και να εορτάζει και επισκέπτες να διασκεδάζουν. Έχοντας χάσει την επαφή του με το σπίτι του αρκετό καιρό, δεν ΄ήξερε ότι έφθασε μια φήμη στο νησί του για τον θάνατο του και τον πένθησαν αρκετό καιρό. Η περίοδος του πένθους πέρασε και η Χάϊντι και ο Ζουάν μετακόμισαν στο σπίτι σαν αντρόγυνο, και διασκέδαζαν σπάταλα. Ο πρώτος φόβος που μπήκε στο μυαλό του ξεροκέφαλου Λάμπρου του οποίου η σκλαβιά της χώρας του τον είχε κάνει να μισεί όλους τους ανθρώπους και για τον οποίο η Χάϊντι αποτελούσε το μόνο του δεσμό με την ανθρωπιά και η οποία τον πρόδωσε. Μπήκε στο σπίτι του αθέατος από μια κρυφή πόρτα και εκεί στο καθιστικό κάθονταν ο Ζουάν και η Χάϊντι περιτριγυρισμένοι από σκλάβους διασκέδαζαν μέσα στην χλιδή και στα πανάκριβα φαγητά. Η Χάϊντι ήταν ντυμένη σαν πριγκίπισσα και ακτινοβολούσε ομορφιά. Ο Ζουάν ήταν επίσης ντυμένος με μεγαλοπρέπεια.Την στιγμή που διασκέδαζαν με ένα ονομαστό ποιητή, που έγραφε στίχους για κάθε περίσταση και πληρώνονταν για αυτό. Το τραγούδι που έγραψε για την Χάϊντι και τον Ζουάν ήταν ένας θρήνος για την παρούσα κατάσταση της Ελλάδας, με την κατοχή της Τουρκίας και την απουσία ενός πατριωτικού ζήλου, το ονομαστό "Τα νησιά της Ελλάδας".
Όταν το τραγούδι τελείωσε, ο Μπάϋρον παρεκκλίνει στο θέμα της ευρείας και αιώνιας επιρροής του ποιητικού λόγου που μπορεί να έχει και στην πρόσκαιρη φύση της ανθρώπινης φήμης. Μεγάλες πράξεις οφείλονται περισσότερο στους ιστορικούς παρά στην ψευδαίσθηση που ονομάζεται δόξα και ο βιογράφος μπορεί να καταγράψει πράξεις που λίγο επιδρούν στην δόξα από εκείνες που η ζωή καταγράφει. Στο σημείο αυτό ο Μπάϋρον αφιερώνει τρείς στροφές για να επικρίνει τους William Wordsworth, Robert Southey Samuel και  Taylor Coleridge, οι οποίοι εγκατέλειψαν τον πρόσφατο φιλελευθερισμό τους για τον συντηρητισμό . Ο Μπάϋρον γυρίζει τώρα στην ιστορία του, μόνο για να πει ότι ο Ζουάν και η Χάϊντι τελείωσαν το δείπνο τους και να υμνήσει την ομορφιά του λυκόφωτος που διεγείρει σε αυτόν ένα πνεύμα αφοσίωσης. Ο βωμός του, λέει, είναι η γη, ο ωκεανός, τα αστέρια , ο αέρας. Με ένα παιάνα στο θέλγητρο του λυκόφωτος ο Μπάϋρον τελειώνει την τρίτη ωδή.

Τα νησιά της Ελλάδας αναφέρονται παρακάτω στο πρωτότυπο.

1.
The Isles of Greece, the Isles of Greece!
Where burning Sappho loved and sung,
Where grew the arts of War and Peace,
Where Delos rose, and Phoebus sprung!
Eternal summer gilds them yet,
But all, except their Sun, is set.

2.

The Scian and the Teian muse,
The Hero's harp, the Lover's lute,
Have found the fame your shores refuse:
Their place of birth alone is mute
To sounds which echo further west
Than your Sires' "Islands of the Blest."

3.

The mountains look on Marathon—
And Marathon looks on the sea;
And musing there an hour alone,
I dreamed that Greece might still be free;
For standing on the Persians' grave,
I could not deem myself a slave.

4.

A King sate on the rocky brow
Which looks o'er sea-born Salamis;
And ships, by thousands, lay below,
And men in nations;—all were his!
He counted them at break of day—
And, when the Sun set, where were they?

5.

And where are they? and where art thou,
My Country? On thy voiceless shore
The heroic lay is tuneless now—
The heroic bosom beats no more!
And must thy Lyre, so long divine,
Degenerate into hands like mine?

6.

'T is something, in the dearth of Fame,
Though linked among a fettered race,
To feel at least a patriot's shame,
Even as I sing, suffuse my face;
For what is left the poet here?
For Greeks a blush—for Greece a tear.

7.

Must we but weep o'er days more blest?
Must we but blush?—Our fathers bled.
Earth! render back from out thy breast
A remnant of our Spartan dead!
Of the three hundred grant but three,
To make a new Thermopylæ!

8.

What, silent still? and silent all?
Ah! no;—the voices of the dead
Sound like a distant torrent's fall,
And answer, "Let one living head,
But one arise,—we come, we come!"
'T is but the living who are dumb.

9.

In vain—in vain: strike other chords;
Fill high the cup with Samian wine!
Leave battles to the Turkish hordes,
And shed the blood of Scio's vine!
Hark! rising to the ignoble call—
How answers each bold Bacchanal!

10.

You have the Pyrrhic dance as yet,
Where is the Pyrrhic phalanx gone?
Of two such lessons, why forget
The nobler and the manlier one?
You have the letters Cadmus gave—
Think ye he meant them for a slave?

11.

Fill high the bowl with Samian wine!
We will not think of themes like these!
It made Anacreon's song divine:
He served—but served Polycrates—
A Tyrant; but our masters then
Were still, at least, our countrymen.

12.

The Tyrant of the Chersonese
Was Freedom's best and bravest friend;
That tyrant was Miltiades!
Oh! that the present hour would lend
Another despot of the kind!
Such chains as his were sure to bind.

13.

Fill high the bowl with Samian wine!
On Suli's rock, and Parga's shore,
Exists the remnant of a line
Such as the Doric mothers bore;
And there, perhaps, some seed is sown,
The Heracleidan blood might own.

14.

Trust not for freedom to the Franks—
They have a king who buys and sells;
In native swords, and native ranks,
The only hope of courage dwells;
But Turkish force, and Latin fraud,
Would break your shield, however broad.

15.

Fill high the bowl with Samian wine!
Our virgins dance beneath the shade—
I see their glorious black eyes shine;
But gazing on each glowing maid,
My own the burning tear-drop laves,
To think such breasts must suckle slaves.

16.

Place me on Sunium's marbled steep,
Where nothing, save the waves and I,
May hear our mutual murmurs sweep;
There, swan-like, let me sing and die:
A land of slaves shall ne'er be mine—
Dash down yon cup of Samian wine!


Οι δυο τελευταίες στροφές της ωδής ακολουθούν στο πρωτότυπο.

CX.

But I'm digressing; what on earth has Nero,
Or any such like sovereign buffoons,
To do with the transactions of my hero,
More than such madmen's fellow man—the moon's?
Sure my invention must be down at zero,
And I grown one of many "Wooden Spoons"
Of verse, (the name with which we Cantabs please
To dub the last of honours in degrees).

CXI.

I feel this tediousness will never do—
T' is being too epic, and I must cut down
(In copying) this long canto into two;
They'll never find it out, unless I own
The fact, excepting some experienced few;
And then as an improvement 't will be shown:
I'll prove that such the opinion of the critic is



Τετάρτη Ωδή ( Canto IV )

Η τετάρτη ωδή αρχίζει στο πρωτότυπο με την παρακάτω στροφή

CANTO THE FOURTH.

I.

Nothing so difficult as a beginning
In poesy, unless perhaps the end;
For oftentimes when Pegasus seems winning
The race, he sprains a wing, and down we tend,
Like Lucifer when hurled from Heaven for sinning;
Our sin the same, and hard as his to mend,
Being Pride, which leads the mind to soar too far,
Till our own weakness shows us what we are.


Μετά 7 στροφές στις οποίες παραπονιέται για την δυσκολία να αρχίσεις ένα ξεκίνημα στη ποίηση, ομολογεί ότι η φαντασία του εξασθένησε, ότι η πικρή αλήθεια άλλαξε ότι ήταν κάποτε ρομαντικό σε
ερωτική κωμωδία του καμπαρέ ("και αν κοροϊδεύω κάθε θνητό αντικείμενο/ είναι ίσως γιατί δεν θρηνώ---στίχος 4). Αποδέχεται ότι μερικοί τον έχουν κατηγορήσει για σχεδιασμό εναντίον " στις ηθικές αξίες και στο ήθος της χώρας", και δηλώνει ότι η μοναδική του πρόθεση είναι να είναι ευτυχισμένος. Ο Μπάϋρον ξανασυστήνει την Χάϊντι και τον Ζουάν. Δεν θέλει να γεράσουν, αλλά τους θέλει να πεθάνουν ευτυχισμένοι την εποχή της Άνοιξης. Όποιον οι Θεοί αγαπούν, πεθαίνει νέος. Σκέφτονται όχι χρόνους καταστροφής, ανακαλύπτουν σφάλματα μόνο στο τρόπο που απομακρύνονται από αυτούς. Η ύπαρξη τους είναι τέλεια. Είναι σαν παιδιά, ή όπως μια νύμφη και ο εραστής της και δεν νοιάζονται να καλύψουν μια θέση σε ένα πραγματικό κόσμο.
Αυτό το ιδιαίτερο απόγευμα ένα ρίγος τους διαπερνάει, δεν γνωρίζουν το γιατί, και ένα δάκρυ διακρίνεται στα μάτια της Χάϊντι, αλλά διώχνει το σημάδι με ένα φιλί όταν την ρωτάει ο Ζουάν. Αργότερα, όταν παίρνουν τον απογευματινό τους ύπνο, η Χάϊντι ονειρεύεται ότι είναι αλυσοδεμένη σε ένα βράχο. Τότε στο όνειρο της απελευθερώνεται και αρχίζει να ακολουθεί κάτι σε ένα φύλλο χαρτί που συνεχίζει να ξεγλιστράει. Το όνειρο της αλλάζει. Είναι σε μια σπηλιά και στα πόδια της ακουμπάει άψυχος ο Ζουάν. Καθώς κυττάζει, φαντάζεται τα χαρακτηριστικά του να μετασχηματίζονται σε αυτά του πατέρα της. Ξυπνάει με ταραχή και βλέπει τον πατέρα της να έχει στηλώσει τα μάτια του σε αυτήν και τον Ζουάν. Κραυγάζοντας, σηκώνεται και λιποθυμάει. Ο Ζουάν πετάγεται επάνω με την κραυγή της και ξεκρεμάει το σπαθί του από τον τοίχο. Ο Λάμπρος τώρα μιλάει για πρώτη φορά, απαιτώντας περιφρονητικά από τον Ζουάν να αφήσει το σπαθί του, γιατί με μια κουβέντα του θα μπορούσε να μαζέψει χιλιάδες συντρόφους του. Η Χάϊντι ικετεύει τον πατέρα της να λυπηθεί τον Ζουάν. Ακόμη μια φορά ο Λάμπρος διατάζει τον Ζουάν να πετάξει το σπαθί του. Όταν ο Ζουάν αρνείται, ο Λάμπρος τραβάει το πιστόλι του και του ρίχνει. Τότε η Χάϊντι πέφτει μπροστα από τον Ζουάν και ικετεύει τον πατέρα της να πυροβολήσει πρώτα εκείνη. Ο πατέρας της βάζει το πιστόλι στη θήκη του και σφυρίζει δυνατά. Αμέσως φάνηκαν καμμιά εικοσαριά άνδρες. Με μια γρήγορη κίνηση ο Λάμπρος άρπαξε την κόρη του και την πέταξε μακριά από τον Ζουάν. "Συλλάβατε ή σκοτώστε τον Φράγκο" διέταξε τους άνδρες του. Οι πειρατές επιτέθηκαν και παρά την σθεναρή αντίσταση του Ζουάν, τραυμάτισε δυο από αυτούς, τον έριξαν στο χώμα, αιμορραγώντας στο χέρι και στο κεφάλι. Τότε ο Λάμπρος διέταξε τους άνδρες του να μεταφέρουν τον Ζουάν σε ένα από τα πλοία του. Όταν είδε τον Ζουάν αιμόφυρτο στο χώμα, η Χάϊντι κατέρρευσε στα χέρια του πατέρα της και αίμα κυλούσε από το στόμα της από μια φλέβα που έσπασε. Για αρκετές μέρες βρίσκονταν σε κώμα. Όταν τελικά βρήκε ξανά τις αισθήσεις της, δεν αναγνώριζε κανέναν. Οι ακόλουθοι της προσπαθούσαν να την επαναφέρουν με απαλή μουσική. Η μουσική πέτυχε να την κάνει να οδύρεται. Σηκώθηκε και αντιμετώπιζε τον καθένα που έβλεπε σαν εχθρό. Για δώδεκα μέρες αρνιόνταν να ντυθεί, να φάει και να προσαρμοσθεί στο περιβάλλον της. Την δωδεκάτη μέρα πέθανε και με αυτή πέθανε και το αγέννητο παιδί του Ζουάν, " ένα τρυφερό και αναμάρτητο παιδί της αμαρτίας". Όταν ο Ζουάν συνήλθε, είδε πως βρίσκονταν βαθιά στο πέλαγος και σκλάβος. Μαζί του είναι μερικοί συνάδελφοι του αιχμάλωτοι, μέλη μιας ιταλικής όπερας που στο δρόμο τους προς την Σικελία πουλήθηκαν σαν σκλάβοι από τον ιμπρεσσάριο τους. Ο Ζούαν έμαθε ότι αυτός και οι πρόσφατοι φίλοι του προωρίζονταν για το σκλαβοπάζαρο της Κωνσταντινούπολης.
Ο Μπάϋρον τελειώνει την ωδή του με την μοχθηρή περιγραφή των άλλων μελών της ομάδας, μερικοί με μεγάλη φήμη, μια έκκληση στις κυρίες αναγνώστες του να μην τον εγκαταλείψουν και μια σύντομη περιγραφή της δημοπρασίας των σκλάβων.
Ακολουθούν οι 2 τελευταίες στροφές της Τετάρτης ωδής στο πρωτότυπο.

CXVI.

But for the destiny of this young troop,
How some were bought by Pachas, some by Jews,
How some to burdens were obliged to stoop,
And others rose to the command of crews
As renegadoes; while in hapless group,
Hoping no very old Vizier might choose,
The females stood, as one by one they picked 'em,
To make a mistress, or fourth wife, or victim:

CXVII.

All this must be reserved for further song;
Also our Hero's lot, howe'er unpleasant
(Because this Canto has become too long),
Must be postponed discreetly for the present;
I'm sensible redundancy is wrong,
But could not for the Muse of me put less in 't:
And now delay the progress of Don Juan,
Till what is called in Ossian the fifth Duan.


Πέμπτη Ωδή ( Canto V )

 Η ωδή αρχίζει στο πρωτότυπο με την στροφή,

When amatory poets sing their loves
In liquid lines mellifluously bland,
And pair their rhymes as Venus yokes her doves,
They little think what mischief is in hand;
The greater their success the worse it proves,
As Ovid's verse may give to understand;
Even Petrarch's self, if judged with due severity,
Is the Platonic pimp of all posterity.
 
Στο σκλαβοπάζαρο της Κωνσταντινούπολης, ο Ζουάν συναντάει τον Τζόνσον, ένα Εγγλέζο ο οποίος είχε υπάρξει μισθοφόρος στο ρωσικό στρατό και είχε τραυματισθεί και αιχμαλωτισθεί από τους Τούρκους.
Ο Τζόνσον μίλησε στον Ζουάν αυθόρμητα για τα βάσανα της γυναίκας του, έτσι όπως θα μπορούσε ο Μπάϋρον να πει σε ανέμελους επισκέπτες για τα δικά του συζυγικά βάσανα. Η πρώτη γυναίκα του Τζόνσον είχε πεθάνει, η δεύτερη γυναίκα τον άφησε και τον είχε εγκαταλείψει και η τρίτη. Ο Ζουάν λέει στον Τζόνσον ότι τα τωρινά του βάσανα συνδέονται με το ότι είναι ερωτευμένος.
Οι δυο τους αγοράσθηκαν από ένα μαύρο ευνούχο ο οποίος τους έφερε με ένα πλοίο σε ένα χαρέμι. Εκεί ο Τζόνσον ντύθηκε σαν Τούρκος ευγενής και ο Ζουάν με γυναικεία αμφίεση.
Ο Ζουάν αρνιέται και ο Μπάμπα, ο ευνούχος, φοβερίζει. Τότε τέσσερεις σκλάβοι οδηγούν έξω  τον Τζόνσον για δείπνο, αλλά ο Ζουάν διατάσσετε να ακολουθήσει τον Μπάμπα σε ένα διαμέρισμα  στο οποίο μια κυρία ξαπλώνει κάτω από ένα υπόστεγο.
 Η κυρία, Γκουλμπεγιάζ, η οποία είναι η 4η γυναίκα του Σουλτάνου, διώχνει τις ακόλουθους της. Ο Μπάμπα λέει στον Ζουάν να φιλήσει το πόδι της Σουλτάνας, αλλά ο Ζουάν αρνείται. Αυτός "δεν θα μπορούσε να υποκλιθεί/ σε οποιοδήποτε υπόδημα, εκτός αν ανήκει στον Πάπα"(στίχος 102). Τότε ο Μπάμπα προτείνει στον Ζουάν να της φιλήσει το χέρι και αυτός ευχάριστα το κάνει. Η Σουλτάνα τώρα διώχνει τον Μπάμπα και συστήνεται στον Ζουάν. "Χριστιανέ, μπορείς να αγαπήσεις?" Τα λόγια της θυμίζουν στον Ζουάν την Χάϊντι και ξεσπάει σε κλάματα.
Ξαφνιασμένη με τα δάκρια του, η Γκουλμπεγιάζ βάζει το χέρι της πάνω του και τον κυττάζει στα μάτια, αλλά δεν βλέπει κανένα σημάδι έρωτα. Τότε πέφτει πάνω στο στήθος του Ζουάν, αλλά ο Ζουάν ευγενικά την αποφεύγει. Της λέει ότι δεν την αγαπάει, επειδή η αγάπη είναι μόνο για τους ελεύθερους. Η αποφυγή του εναγκαλισμού της και τα λόγια του  ξαφνιάσανε, ταπεινώσανε και την θυμώσανε και για μια στιγμή θέλησε να τον σκοτώσει, αλλά αντί για αυτό άρχισε να φωνάζει.
Ο Ζουάν που είχε προετοιμασθεί για να πεθάνει, κατάλαβε ότι είχε προσβάλει την ωραία νεαρή σουλτάνα και άρχισε " να τραυλίζει κάποια δικαιολογία".
Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή ο Μπάμπας επιστρέφει για να ανακοινώσει ότι έρχεται ο Σουλτάνος να επισκεφθεί την αγαπημένη του γυναίκα.
Οι ακόλουθες της σουλτάνας έδειξαν κουράγιο, το ίδιο και ο Ζουάν, και ο Σουλτάνος μπαίνει. Ο Σουλτάνος παρατηρεί την νεαρή κυρία να περιμένει και σημειώνει ότι λυπάται πως μια απλή χριστιανή θα μπορούσε να ήταν τόσο χαριτωμένη.
 Η φιλοφρόνηση τραβάει όλων τα μάτια στον Ζουάν. " Υπάρχει ένας γενικός ψίθυρος, στριφογυρνάει και κουλουριάζεται" (στίχος 156 ) και η ωδή τελειώνει με μια υπόσχεση από τον Μπάϋρον ότι η έκτη ωδή θα " έχει μια αίσθηση μεγαλείου".

Οι δυο τελευταίες στροφές της πέμπτης ωδής στα Αγγλικά

CLVIII.

Thus in the East they are extremely strict,
And wedlock and a padlock mean the same:
Excepting only when the former's picked
It ne'er can be replaced in proper frame;
Spoilt, as a pipe of claret is when pricked:
But then their own polygamy's to blame;
Why don't they knead two virtuous souls for life
Into that moral centaur, man and wife?

CLIX.

Thus far our chronicle; and now we pause,
Though not for want of matter; but 't is time,
According to the ancient epic laws,
To slacken sail, and anchor with our rhyme.
Let this fifth canto meet with due applause,
The sixth shall have a touch of the sublime;
Meanwhile, as Homer sometimes sleeps, perhaps
You'll pardon to my muse a few short naps.